Κυριακή 17 Μαΐου 2026

"Old enough to understand"



- Σα να κρατάς στα χέρια σου δυο χρόνους ταυτοχρόνως. Το «τότε» γεμάτο υποσχέσεις & σχέδια. & το «τώρα» που ξέρει, πλέον, πόσα από εκείνα λύγισαν. Γι’ αυτό είναι περίεργο. Τα κοιτάζεις & νιώθεις μια νοσταλγία για μια ζωή που δεν υπάρχει πια, αλλά τη θαύμαζες. Μια τρυφερότητα για εκείνους που κάποτε πίστευαν ότι μπορούν μαζί να κατακτήσουν τον κόσμο, ή έστω αρκετά. Μια θλίψη για ό, τι δεν άντεξε. Μα πάνω απ’ όλα ένα γιατί, ένα παράπονο: πώς γίνεται κάτι τόσο δυνατό να αλλάξει;

- Τι σε πονάει περισσότερο;
- Ίσως ότι κάποτε ήταν σίγουροι για το μέλλον & τώρα αυτό γκρεμίστηκε. Σα να μετανιώνεις για το θάρρος που είχες να πιστέψεις ότι θα κρατούσε για πάντα. Γιατί ήταν σα να ονειρευόσουν & εσύ μαζί τους, δεκαετίες μετά, να το έχεις πλάσει ιδανικά στο κεφάλι σου & τώρα σα να ξύπνησες & αυτό απομυθοποιήθηκε. Ναι.. αυτό ίσως.
- Μπορείς να κρατήσεις τουλάχιστον σαν παρηγοριά ότι οι άνθρωποι αγαπάνε βαθιά αλλά αν αυτό σβήσει δε σημαίνει πως δεν ήταν αληθινό.
- Μα αν ήταν αληθινό θα κρατούσε! Τι διάολο μας παραμύθιαζαν οι χολιγουντιανές ταινίες;! Νόμιζα πως, αν η αγάπη είναι αληθινή, τότε είναι αδιάρρηκτη. Άφθαρτη. Πώς ξεθωριάζουν τα συναισθήματα, όταν ακόμα το μελάνι δεν ξεθώριασε; Αιώνιες αγάπες & κουραφέξαλα..
- Η ζωή δεν υπόσχεται αιωνιότητα. Ίσως ήταν σε κάποιο βαθμό αφελείς -ίσως & συ αφελώς με τη σειρά σου να είχες προσδοκίες. Αυτό που ίσως σε πονάει είναι η ματαίωση. Δεν είναι πάντα ένα συναίσθημα, είναι πολλά -μικρά & μεγάλα.
- Συγκινούμαι να τους φαντάζομαι. Ίσως υπάρχει & λίγος θυμός για το άνισο παιχνίδι της τύχης, για τις επιλογές. Γι’ αυτές περισσότερο.


«..old enough to understand…» λέει...
Σάμπως είμαστε αρκετά μεγάλοι ποτέ;
ή σάμπως καταλαβαίνουμε ποτέ στ’ αλήθεια;
ή σάμπως, πάλι, πρέπει να καταλάβουμε;

Υπάρχει άραγε κάποια κάπου κάποτε μια ηλικία που ξαφνικά σου 'ρχεται η θεόσταλτη επιφοίτηση & καταλαβαίνεις τα πάντα; Μια κάποια μέρα όπου οι γονείς παύουν να είναι γονείς & γίνονται απλώς άνθρωποι; Αυτή η μέρα ίσως να μην έρχεται ποτέ.

Ίσως απλώς, όσο μεγαλώνουμε, να μη μαθαίνουμε
πώς να καταλαβαίνουμε τα πάντα.
Ίσως απλώς μαθαίνουμε να αντέχουμε
ότι δεν τα καταλαβαίνουμε όλα.

Όσο χρονών & να γίνουμε, πάντα ένα κομμάτι μας θα τους κοιτάζει -πολύ απλά- σαν τα μικρά παιδιά που κοιτούν τους γονείς τους. Που πάντα θα τους βλέπουν σαν κάτι που υπήρχε πριν από εκείνα, που νόμιζαν πως ήταν σταθερό & που δεν φαντάζονταν ποτέ πως μπορεί να αλλάξει.

- Αυτό, πιστεύω, σε πονά περισσότερο, αν μπορεί να μετρηθεί.. Είχες χτίσει μέσα σου μια βεβαιότητα -δικαιολογημένα, σαν παιδί, αλίμονο, το είχες ανάγκη όπως όλα τα παιδιά- αλλά αυτή κατέρρευσε. Δεν ήταν φανερό εξ αρχής ή το παραέβλεπες, ήθελες να πιστέψεις στη μαγεία του ονείρου -& ξαναλέω & με το δίκιο σου, γιατί παιδί ίσον όνειρο. Έτσι ζούσες, κρατούσες άσβεστη την ελπίδα πως αυτό θα είναι παντοτινό. Μεγάλωνες κουβαλώντας μέσα σου το ίδιο το παιδί -εκείνο που εξακολουθεί να πιστεύει πως η αγάπη των μεγάλων κρατά για πάντα.
- Ίσως να μας ρίχνει που οι προσδοκίες που είχαμε δεν τελεσφόρησαν. Ίσως πλάσαμε τον κόσμο των γονιών μας με τα δικά μας μάτια, τα αθώα.. ναι, τα αφελή. Φτιάξαμε στο νου μας ένα ζευγάρι αήττητο.. τους πλάσαμε τέλειους, μα ήταν αλλιώς καμωμένο.. αλλιώτικο απ’ όσο το θωρούσαμε, σαν μικρά παιδάκια, από χαμηλά..
- Περίμενες να συμβεί κάτι; Να αλλάξει;
- Ναι. Αλλά χωρίς να ξέρω ούτε & γω τι θα ήταν αυτό. Απλώς περίμενα. Ξες, άμα έχεις βεβαιότητα δε σε νοιάζει. Άκουγα ιστορίες που μου έλεγαν, ξετρύπωνα & χάζευα τα γράμματα όταν όλοι κοιμόντουσαν.. & ονειρευόμουν...
- Λουλούκα μου…
- & νιώθω ευγνωμοσύνη που το έζησαν. & που το έζησα & εγώ μαζί τους. Έλεγα «..να, εκεί θα της είχε δώσει ραντεβού..» ή «..τέτοια ώρα θα περίμενε τηλεφώνημά του...». Με όλα αυτά γίνεται να μη φτιάξεις ένα μύθο γύρω τους; Λίγες στιγμές, λίγα γράμματα, λίγες γλυκές κουβέντες.. Είδα κάτι να ζωντανεύει μπροστά μου, η αγάπη τους έγινε κάτι χειροπιαστό, δεν έμεινε απλώς μια αφήγηση, μια ιδέα, δεν περιορίστηκε σε ψευδαίσθηση. Το είδα! το έζησα! Ήμουν μέρος του σκηνικού της ιστορίας, της πλοκής...
- Οι γονείς μας, όμως, είναι & αυτοί άνθρωποι. Ξέρω, φαντάζομαι, πως νιώθεις ότι δεν ταυτίζονται με αυτό που είχες φτιάξει στο μυαλό σου, αλλά.. δε σε εξαπάτησαν. Δε φταίνε. Ούτε εσύ φταις.
- Απλώς λυπάμαι. Όχι «απλώς». Γι' αυτό που δε θα υπάρξει πια. Για την επέτειο που θα υπάρχει στο εξής σαν ημερομηνία αλλά όχι σαν γιορτή. Για την ασυνέχεια. Την αθέτηση. Για τη σχεδόν σαν αδικία.
- ...
- ... Να ξέρουν άραγε πώς νιώθουμε εμείς;
- Λίγη σημασία έχει.. με την έννοια ότι δεν θα επηρέαζε αυτό την πορεία των γεγονότων. Θα ήταν καλό φυσικά, από την άποψη του να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου, αλλά & αυτό ως ένα σημείο. Δηλαδή να μην μπεις στο τρυπάκι να σκέφτεσαι «τι θα γινόταν αν» γιατί αυτό πρώτα απ’ όλα εσένα θα βαραίνει. Αν το αποδεχτείς είναι η λιγότερο επίπονη προσέγγιση -όχι λύση. Χωρίς αυτό να ακυρώνει ή να αναιρεί οποιοδήποτε συναίσθημα σου βγαίνει. Είναι όλα αποδεκτά. & ο θυμός & η λύπη. Μπορεί τελικά να μην είμαστε ποτέ αρκετοί -αρκετά μεγάλοι, αρκετά ολοκληρωμένοι- για να καταλάβουμε.


Κάποτε η αγάπη
γράφεται με μελάνι
που μοιάζει ανεξίτηλο.

Όλα μοιάζουν αιώνια όταν γεννιούνται.
Μα ο χρόνος
δε φωνάζει
-δουλεύει σιωπηλά.
Ξεθωριάζει το μελάνι,
μαλακώνουν οι αναμνήσεις.
Και κάποτε,
η φλόγα,
που έκαιγε ολόκληρο τον κόσμο,
γίνεται κι αυτή μια στάχτη, ήσυχη.

Μη νομίσεις πως δεν υπήρξε.
Μη νομίσεις πως δεν ήταν αληθινή.
Μόνο πως, ακόμα και η πιο μεγάλη αγάπη,
είναι ανθρώπινη.
Και πως, ό, τι ανθρώπινο,
δε φτιάχτηκε για να μένει για πάντα.
Απλώς καίει, όσο μπορεί.