Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Μανιφέστο μετά Νικοτίνης

«Ξημέρωσε. Έλα, σήκω. Στο δρόμο για το μπάνιο κάνε την καθιερωμένη παρακαμψούλα προς κουζίνα ν' ανάψεις την καφετιέρα & να ελέγξεις αν το πακέτο είναι αφημένο αποβραδίς δίπλα. Τσεκάρεις πόσα σου έμειναν για να υπολογίσεις το πρόγραμμα των πρώτων ωρών της ημέρας. Σκέφτεσαι ότι, αν τελειώνουν, δεν μπορεί, θα βρεις μες στη μέρα τρόπο & χρόνο να βγεις να πάρεις. Αλλιώς... έχει ο καπνός. Κυριολεκτικά. Ξερός σαν άχυρο, ξεχασμένος στο συρτάρι προ μηνών, παραμένει εκεί για να σου υπενθυμίζει το πόσο χαμηλά μπορείς να πέφτεις για να ψευδοαυτοϊκανοποιηθείς, να ταΐσεις την έλλειψη αυτοσεβασμού σου καπνίζοντας κάτι που σου ζεματάει ρινοφάρυγγα σε κάθε ρουφηξιά. Μέχρι να τα σκεφτείς όλα αυτά, έχεις επιστρέψει πάλι στην κουζίνα, έχεις ήδη ετοιμάσει τον καφέ &, με φρεσκοβουρτσισμένα δόντια & δροσερή αναπνοή, καπνίζεις.»

Αλλά όλα αυτά, μέχρι προχθές, bitchez. Εεεεμ... καλά, γελάω. Είδα κι έπαθα μέχρι να φτάσω στο τρίτο 24ωρο χωρίς αναμμένο τσιγάρο -όχι στα χείλη, ούτε στα δάχτυλα! Γιατί το ΄χω ακούσει & αυτό, μάλιστα! να το ανάβεις & μετά να το σβήνεις, στα πλαίσια του να προσπαθείς να βρεις νέους δημιουργικούς & ευφάνταστους τρόπους διακοπής καπνίσματος που να κεντρίζουν το ενδιαφέρον -το δικό σου, γιατί τους άλλους δεν τους πείθεις απλά & μόνο επειδή τους είπες «αα εμένα με έσωσε!» ή «μόνο αυτό πιάνει» ή «άκου που σου λέω!». Ο καθένας προσπαθεί να αναπτύξει τις δικές του μεθόδους, προσαρμοσμένες στις ανάγκες & συνήθειές του: άλλος μαχαίρι & άλλος με τερτίπια.

Είδα & έπαθα & παθαίνω. Δεν το περηφανεύομαι. Γιατί η αλλαγή για να συντελεστεί μέσα σου θέλει χρόνο -λένε. Διάθεση για αλλαγή δεν υπάρχει. Με το ζόρι το κόβω. Δέκα χρόνια τώρα & βάλε δήλωνα φανατική καπνίστρια. Ναι, αλίμονο αν δεν ξέραμε τις βλαβερές συνέπειές του. Αλλά ποσώς ενδιαφέρουν έναν τακτικό καπνιστή αυτές οι εικόνες στα πακέτα. Τις βλέπει μελό, φτάνει σε σημείο να τις σατιρίζει προκειμένου να μην φτάσει στο σημείο να πειστεί να ξεκινήσει τη διαδικασία διακοπής.

Ο εθισμός είναι οξύμωρος:
Πιστεύεις ότι κάνει όντως κακό,
ωστόσο δεν κάνεις τον κόπο να σταματήσεις.

Όταν αισθάνεσαι έτσι, τότε ξέρεις ότι
βρίσκεσαι στον πυρήνα του εθισμού.

Συχνά νιώθεις ντροπή να μοιραστείς την μετέπειτα προσπάθειά σου να διακόψεις. Ίσως γιατί φοβάσαι να αποτύχεις ή γιατί σε έχουν κρίνει πολλές φορές στο παρελθόν για τη συνήθειά σου ή επειδή απέτυχες σε προηγούμενες προσπάθειες. Εδώ, όμως, έρχεται αβίαστα το κλισεδιάρικο «η αποτυχία δεν είναι ντροπή» & κριντζάρεις που το σκέφτεσαι & νιώθεις πιο αποτυχημένος & από την τελευταία άκαρπη προσπάθεια διακοπής.

Λένε ότι η τάση για κάπνισμα εντείνεται όταν ζεις τις ίδιες στιγμές που σου προκαλούν αυτό το trigger. Το κακό είναι ότι μέσα στην ημέρα υπάρχουν πολλές τέτοιες «κακές στιγμές» βλ. δουλειά, όπου τα χέρια σου δεν είναι απασχολημένα με τέτοιο τρόπο που να σου αποτρέπεται να κρατάς τσιγάρο, βλ. κοινωνικές συναναστροφές με καπνιστές. Ή εσένα σου φαίνονταν «κακές» μέχρι πρότινος, για να δικαιολογήσεις το ότι κάθε τέταρτο δε χάνεις ευκαιρία ν'απλώνεις το ξερό σου & να βγάζεις τσιγάρο. Δε θα πω να ξεκαθαρίσεις ποιες στιγμές είναι επικίνδυνες για να τις αποφύγεις, γιατί με αυτή τη λογική παίζει να φτάσεις σε σημείο να τις αποκλείσεις όλες &, προκειμένου να μην ξεκινήσεις σαν βοήθημα διακοπής καπνίσματος το jogging (που το σιχαίνεσαι γιατί δε βρίσκεις ικανοποιητικό επιχείρημα να σε πείσει ότι μπορεί να κάνει σε'σένα κάτι καλό) θα ζητήσεις να σε δέσουν πισθάγκωνα, κατ' αναλογία με τον Οδυσσέα· οι «επικίνδυνες στιγμές» είναι οι Σειρήνες.

Αντ'αυτού θα σχολιάσω τα τέσσερα D, Distract, Delay, Deep breath, Drink water.

Το πρώτο πιάνει αν έχεις λίγο ADHD, αν όμως όχι είσαι χαμένος.
Το δεύτερο είναι κοροϊδία, αφού σε όλα είσαι μονίμως αργοπορημένος, καμία διαφορά λοιπόν.
Το τρίτο είναι αυταπάτη, απλώς ανάσαινες & τον καπνό οπότε κάνεις το ίδιο πράμα.
Το τέταρτο πάει στράφι, αφού αντί για νερό έπινα καφέ.

Αυτό που καταλαβαίνω προς το παρόν είναι ότι η προσπάθεια να κόψεις το κάπνισμα είναι μία εσωτερική πάλη που, αφ' ενός, δε διστάζει να φτάσει στα άκρα ενός άκρατου κυνισμού απέναντι στην υγεία του σώματός σου και σε όποιον υποστηρίζει τη διακοπή καπνίσματος & αφ' ετέρου μίας πολύ ύπουλης & μελετημένης αυτοϋποτίμησης των ικανοτήτων σου. Όποιο σχέδιο διακοπής & να ξεκινήσεις να εφαρμόσεις, η ουσία της εξάρτησης είναι το απολύτως ανθρώπινο: ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ! Το να μη βρίσκω τίποτα «λάθος» σε αυτό, σημαίνει ότι έχω πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει μέσα μου. Αυτό το «μου αρέσει αλλά ξέρω ότι πρέπει να το κόψω» είναι ακριβώς το δίπολο της εξάρτησης: ένας καυγάς μες στο μυαλό. & απ' όσο διαβάζω, συμβαίνει συχνά σε όσους «πρέπει» να το κόψουν αλλά «δε θέλουν».

Αυτό το στάδιο σύγκρουσης των δύο κόσμων σου,
του αγγελικού υγιούς & του διαβολικού καπνού,
είναι αναπόσπαστο κομμάτι
της πορείας προς την αλλαγή.

Περιττό να ξεκαθαρίσω πως δεν πείθουν τα «έλαα θα έχεις δροσερή αναπνοή & δε θα μυρίζουν τα ρούχα σου τσιγαρίλα» (απ' την αρχή τόνισα, άλλωστε, την απόλαυση του καπνίσματος με φρεσκοκαθαρισμένη στοματική κοιλότητα) όταν την ίδια στιγμή στον κόσμο μου η πιο γοητευτική ανάσα σε άντρα ήταν αυτή του μπλεγμένου καφέ & τσιγάρου & η πιο ξεσηκωτική μυρωδιά ήταν η ανδρική κολώνια ανακατεμένη με τσιγάρο -ποτέ το ένα χώρια απ' το άλλο. Οπότε, πώς να δώσω νόημα & σκοπό σε αυτό που προσπαθώ; Πώς να δώσω νόημα στο γιατί μου; Δυσκολεύομαι να το τηρήσω, που να πάρει, ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ. Να αλλάξω γούστα; Όχι, δε βοηθάει να παριστάνω ότι σιχαίνομαι το τσιγάρο. Ίσως πρέπει να κρατήσω την αλήθεια μου, να πω «ναι, μου αρέσει, αλλά θέλω να δω πώς & ποιος θα είμαι χωρίς αυτό». Τι ποιος θα είμαι; θέλει & ρώτημα; ένα ξενέρωτο που μυρίζει ανθρωπίλα, σάρκα με εκκρίσεις, όπως όταν πρωτοπήγα, θυμάμαι, σε μπυραρία στην Αγγλία μετά την απαγόρευση του καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους & μύριζε μπύρα! ποιος να το περίμενε! μύριζε μπύρα αντί για κάπνα!

Μέχρι τώρα, το πιο αυθεντικό που μπορώ να περιγράψω, η πιο καθαρή εμπειρία απεξάρτησης, είναι ο εσωτερικός αντίλογος που με πιέζει, με προκαλεί, με παρακαλεί, με τρομάζει και με δοκιμάζει, μόνο & μόνο για να πάρει τη δόση νικοτίνης του. Έχοντας αντέξει το πρώτο 24ωρο, έπειτα το 2ο μετά κόπων & βασάνων & τώρα, αισίως, το τρίτο, ενώ το μυαλό μου φωνάζει «άσ'το, δεν αντέχεται» γιατί ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ, υποτίθεται ότι σημαίνει πως ήδη νικάω. Τι λέμε ρε; Δεν μπορώ να το δω έτσι. Το γράφω για να το δω. Αλλά δεν το βλέπω. Είναι -λένε- οι πιο δύκολες οι πρώτες μέρες, λες & είναι έμμηνος ρύση: το παλεύεις αλλά το ξεπερνάς & μένεις όρθια -η κουρνιάζεις με κουβέρτα, big deal, ποτέιτο ποτάτο.

Έφτασα στο σημείο ενώ δουλεύω να είμαι με το χρονόμετρο ανά χείρας & να μετράω: κάθε 3λεπτο ερχόταν η σκέψη ρε! ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ κάθε 3:19 & άντε ντεμέκ ανάσα, άντε λίγο ακόμα, περνάει, ανάσα, περιμένω, λίγο ακόμα, πέρασε, αυτό ήταν, ξανά μετά στα 3:05 ανάσα, μηδενίζω το χρονόμετρο, λίγο ακόμα, πέρασε; όχι, λίγο ακόμα, περιμένω, ουφ, περνάει, πέρασε, πάλι στα 3:10, αυτό θα γίνεται κάθε φορά; ήρθε, περίμενε, περνάει, λίγο ακόμα, μηδενίζω, πέρασε, αυτό ήταν. Είναι δυνατόν; Δηλαδή σου λέει το μυαλό με τέτοια ακρίβεια: κάπνισε. θα καπνίσεις; άντε ήρθε η ώρα. θα καπνίσεις; Κοίτα επιμονή ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ.

Οι σκέψεις για τσιγάρο έρχονται σαν τα κύματα, έχουν τον δικό τους ανεξάρτητο ρυθμό να σκάνε στην ακτή του μυαλού σου & σου τρώνε το βράχο της υπομονής σου. Μόνο που αυτά τα κύματα πρέπει να τα μεταφράσεις όπως ακριβώς είναι πραγματικά: ως «επιληπτικές» εκρήξεις του συστήματος ανταμοιβής σου. Αν τις αντέξεις, το σύστημα επαναπρογραμματίζεται, εκπαιδεύεται ξανά, εκ του μηδενός, στο να μη χρειάζεται τη νικοτίνη για να επιβιώσει. Μαθαίνει να υψώνει άμυνα στην ψευδαίσθηση. Σε καταρρακώνει, βέβαια, που συνειδητοποιείς ότι ζούσες μέσα σε αυτή τόσα χρόνια, που το γούσταρες που να πάρει ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ αλλά κάθε φορά που δεν καπνίζεις ενώ το θέλεις, σπας την εξάρτηση.

Λίγο τη φορά. Λίγο ακόμα.
Το πιστεύεις;
Έστω & λίγο; 

Έχω επαναστατήσει.
Το ξέρω;
Είμαι μέσα στη μάχη.
Ήδη αρχίζω να αναγνωρίζω το τέρας.
Έμαθα να βασίζομαι σ’ αυτό για να νιώθω εντάξει.
Τώρα λέω Όχι.
Θα μάθω ξανά να νιώθω.

Είναι δύσκολο να πρέπει να μάθεις να μάχεσαι μόνος σου για να βρεις την ισορροπία χωρίς τη νικοτίνη. Την ίδια στιγμή που φέρεσαι να έχεις δύο μυαλά: ένα που θέλει να κρατήσει τη συνήθεια & ένα που ζητά ελευθερία. Το λειτουργικό σύστημα του εγκεφάλου είναι φτιαγμένο για να σε κρατάει «ζωντανό», όχι απαραίτητα ευτυχισμένο. Έχει λογική παλαιάς κοπής: «Ααα! αυτό το γεμιστό χάρτινο κυλινδράκι σου έδωσε ντοπαμίνη; τέλεια! μην το αλλάξεις ποτέ! το κρατάμε & το επαναλαμβάνουμε για πάντα μέχρι να φτύσεις αίμα -κυριολεκτικά μ@λάκα μου». Εκεί που το κακολογείς το μυαλό, όμως, ανασκευάζεις & βλέπεις καθαρά: δεν είναι κακό, έχει απλώς παρωχημένο software· ουσιαστικά, έχει μάθει να επιζητά την άμεση ανταμοιβή, άπαξ & την βιώσει· γουστάρει να βολεύεται, αποφεύγει να αγχώνεται & θα κάνει το παν για να μην εγκαταλείψεις την κακιά συνήθεια· θέλει να νιώθει ασφαλές· βλέπει την αποχή σου από το κάπνισμα ως απώλεια, όχι σαν «θεραπεία» του εαυτού σου.

Αν το καταλάβεις μπορείς να το ξεγυμνώσεις.

Φυσικά & θα σε γυροφέρνει το τσιγάρο & θα σου φωνάζει & θα απαιτεί & θα σου σφυρίζει συνθηματικά & προκλητικά & πονηρά όταν εσύ πας συνειδητά να το κόψεις. Παθαίνει πανικό, δε θέλει να σε χάσει από θύμα. Αυτό μπορεί, αυτό κάνει. Αντιστέκεται. Κινείται, λοιπόν, επιδέξια για να επιβιώνει, με το να σε δοκιμάζει. Έχει αναπτύξει τέτοιο αλφαδιασμένο μηχανισμό αυτό-δικαιολόγησης & αυτό-συντήρησης που του επιτρέπει να σου προκαλεί αφόρητη δυσφορία για να μην το εγκαταλείψεις. Αυτό ζεις ακριβώς τώρα. Το πιστεύεις; Ζεις τον εθισμό που σπάει. Διδάσκεις στο μυαλό σου ότι δεν έχει ανάγκη το τσιγάρο. Του διδάσκεις να μη φοβάται. Όπως είχε πει & ένας σοφός:

«Μάθαμε να μη φοβόμαστε το φόβο που μας προκαλεί ο φόβος ποτέ πια.»

(Squarepants, Spongebob; S11E05)

Κατάλαβες λίγο, λοιπόν;
Είδες που αν το καταλάβεις μπορείς να το ξεγυμνώσεις;

Κατ’ αρχάς & μόνο ότι το διαπραγματεύεσαι μέσα σου, αυτό δείχνει ότι αποστασιοποιείσαι. Το γεγονός ότι κάθεσαι & το παρατηρείς, ότι κάνεις διάλογο, αυτό & μόνο είναι το πρώτο βήμα της απελευθέρωσης.

Ποτέ μην αισθανθείς ότι υπερβάλλεις όταν κάτι το βιώνεις για πρώτη φορά. Μέχρι τώρα δεν συνειδητοποιούσες ότι οι αισθήσεις σου ήταν μαγκωμένες. Τώρα ανακαλύπτεις ότι οι ανάσες σου εν ηρεμία μπορούν να έχουν μικρότερη συχνότητα από πριν. Τώρα ανακαλύπτεις την πραγματική μυρωδιά του ασανσέρ στην οικοδομή του σπιτιού σου, την αληθινή γεύση εκείνης της καραμέλας για το λαιμό, τη γεύση του νερού, την αληθινή αίσθηση της αναμονής χωρίς να έχεις αυτό το διάολο στο στόμα σου. Επίσης ανακαλύπτεις ένα περίεργο καινούργιο τύπο πονοκεφάλου -είναι λένε σύνηθες χαρακτηριστικό οι πονοκέφαλοι- θα είναι άραγε στο εξής έτσι η αίσθηση του πόνου; Τόσο άμεση, διαυγής; Σε αυτή τη μάχη θα μάθεις ακόμα & ότι δεν είσαι αδύναμος. Είσαι άνθρωπος που βρέθηκε στο κέντρο ενός εξαιρετικά οργανωμένου νευροχημικού μηχανισμού εξαπάτησης, τον οποίο ο εγκέφαλός σου έμαθε να θεωρεί «φυσιολογικό».

Βλέπεις τι μάχη δίνεις;
Οπότε, μη μου το ωραιοποιείς. Πες το ωμά:

Αυτό το γ@μοδιάστημα, το γ@μομυαλουδάκι που σου'χει απομείνει έχει συνηθίσει ότι νικοτίνη ίσον ανακούφιση. Αυτό ξέρει, αυτό εμπιστεύεται. Όταν εσύ πας & του τηνε κόφτεις, βαρά συναγερμό, λέει: ώπα;! κάτι λείπει! πού'ντο; δώσ'το τώρα! ακόμα; άντε! Για να αντέξεις το γ@μονευρόσπασμα, προσπαθείς να ξεχαστείς αλλά εκείνο επιμένει. Μετά, όταν βλέπει ότι αποτυγχάνει, χτυπάει στο φιλότιμο, λέει: έλα σιγά, ένα μόνο δεν πειράζει, αξίζει να ζορίζεσαι τόσο πολύ αφού δεν αντέχεις; Βλέπεις τι μπαγαποντιές πάει & σκαρφίζεται το γ@μήδι; Σου λέει, κάτσε να σε τσιγκλίσω λίγο, να δω τι κότσια έχεις, αφού δε βλέπω να υποτάσσεσαι όπως πριν. Είναι σα να σε τιμωρεί που δεν το υπακούς. Το παράξενο κλειδί της υπόθεσης; Το τσιγάρο δε σε χαλάρωνε πραγματικά· απλώς σου έσβηνε τα συμπτώματα στέρησης που το ίδιο δημιούργησε νωρίτερα! Κουλό έτσι; Σα να ρίχνεις νερά στο δάπεδο, να τα μαζεύεις με τη σφουγγαρίστρα & μετά, αντί να τα αδειάζεις με τον κουβά στο σιφώνι, να στύβεις τη σφουγγαρίστρα στο πάτωμα για να τα ξανα-μανα-σφουγγαρίσεις. Σαν ένα αιώνιο εκούσιο μαρτύριο.

Η πορεία του φαύλου κύκλου του εθισμού: ξεκινάς να καπνίζεις, παίρνεις νικοτίνη, ο εγκέφαλος «ηρεμεί» (θα έλεγα υπνωτίζεται) γιατί του έδωσες αυτό που του λείπει. Περνάνε λίγες ώρες, τα επίπεδα νικοτίνης μειώνονται, αρχίζει να σε τσιγκλάει με άγχος, έλλειψη συγκέντρωσης, εκνευρισμό ή υποτονικότητα. Καπνίζεις ξανά, «στανιάρεις» & ανακουφίζεσαι προ-σω-ρι-νά! Γιατί στην πραγματικότητα, όταν αίρεις το στερητικό σύνδρομο μέσω του τσιγάρου, γιγαντώνεις τον εθισμό & το ίδιο το στερητικό σύνδρομο γίνεται έπειτα εντονότερο. Δηλαδή, δεν καπνίζεις για να νιώσεις καλύτερα, αλλά για να σταματήσεις να νιώθεις χάλια από τη στέρηση νικοτίνης. Τι δεν καταλαβαίνεις; Πιο εθισμός πεθαίνεις!

Μικρή Αλήθεια no. 1:
Αυτά τα 3λεπτα, τα «ήρθε», «περνάει», «λίγο ακόμα», «πέρασε», «λίγο ακόμα», «έφυγε», ήταν το πιο δυνατό που έχω ζήσει σε αυτήν τη διαδικασία. Θα μείνει ανεξίτηλη αυτή η προσπάθεια. Συν το να έχεις χειρόγραφα που περιλαμβάνουν «..πρόσβαση σε αρχεία κανονισμών ασφάλειας εργαζομένων θέλω τσιγάρο οκ μου έφυγε, λίγο ακόμα, περνάει, ουφ, τέλος, περιλαμβάνει τους απαγωγούς για το τμήμα συντήρησης του παλαιού κτιρίου, θέλω τσιγάρο, πάλι γ@μώ, φεύγει, έφυγε» νομίζω πως, μετά από κάποια χρόνια, εκτός από αδιάσειστες αποδείξεις της προσπάθειάς σου, θα το βρίσκεις λίγο αστείο. Which kinda is.

Μικρή Αλήθεια no. 2:
Κανείς δεν κόβει το κάπνισμα επειδή «πρέπει». Οι άνθρωποι το κόβουν, όταν καταλάβουν ότι δεν υπάρχει αληθινός λόγος για να το υπερασπίζονται. Όταν δεις το μυαλό σου να αμύνεται σε αυτό που του υπαγορεύεις, τότε ξέρεις ότι η εξάρτηση αρχίζει να χάνει έδαφος.

Μικρή Αλήθεια no. 3:
Σε όλο το κείμενο, μέχρι να δημοσιευτεί, υπήρχαν διάσπαρτες οι λέξεις «θέλω τσιγάρο» αλλά αφαιρέθηκαν για λόγους οικονομίας χώρου & ευληψίας του νοήματος συνολικά. Φυσικά, θα μου πείτε, σιγά, ποσώς θα μετρούσε η επανάληψη μιας φρασούλας δύο λέξεων μες στο 2χίλιαρο σε λέξεις σεντόνι, αλλά, πιστέψτε με, δε μιλάμε για ανεπαίσθητο αριθμό επαναλήψεων.

Μικρή Αλήθεια no. 4:
Δυστυχώς, ήθελα το τσιγάρο για να σκεφτώ. & όταν σκεφτόμουν κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να παίξω μουσική. & όταν έπαιζα κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να μην πεινάω. & όταν πεινούσα κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να χωνέψω. & όταν είχα σκάσει κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να παρηγορηθώ. & όταν λυπόμουν κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να χαρώ. & όταν χαιρόμουν κάπνιζα.

Εμείς πάμε τώρα να σπάσουμε αυτόν τον αλγόριθμο.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Πόλεμος πυ-ρη-νι-κός!

Φολκλόρ. Κιτς. Μπουζουκίλα. Η αγία τριάδα στη μυσταγωγία των πανηγυριών. Και σήμα κατατεθέν το echo delay, εκεί όπου η φωνή φεύγει, επιστρέφει, ξαναφεύγει & ηλεκτρίζει μαζί εσένα & τη μικροφωνική εγκατάσταση που βραχνιάζει μεταμεσονύκτια. Αν έχεις πάει σε πανηγύρι & δεν έχεις ακούσει τη λέξη «αγάαααπηηη πηηη πηηη πηη πη» να σκάει σε πέντε διαφορετικά ηχεία με καθυστέρηση 0,8 δευτερολέπτων & υπόκωφο πάθος που κάνει αντίλαλο μέχρι τη βρύση του χωριού, τότε μη συνεχίσεις το διάβασμα παρακάτω. Γιατί αυτό ανήκει στο βασικό κεφάλαιο της βίβλου του πανηγυριού. Αν δεν τρίζουν τα πλαστικά ποτήρια με ρετσίνα πάνω στο χαρτοτραπεζομάντηλο, δε ζεις τη δραματοποίηση επιπέδου λαϊκής τραγωδίας.

Όσοι/ες από εσάς είστε μύστες, θα ξέρετε σίγουρα ότι στα καραμπινάτα πανηγύρια γίνεται... πόλεμος πυ-ρη-νι-κόοος! Αυτή η φράση δε θα μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άλλον παρά στον πιο καλτ σύγχρονο παναγυριάρικο ραδιοφωνικό παραγωγό, θρυλικό για το στυλ της εκφώνησης & της λαϊκής τρέλας & υπερβολής, τον επικό Blackman. Το vibe που σου μετέφερε ήταν λες & βρισκόσουν ήδη πρώτο τραπέζι & είχες κατεβάσει το πρώτο χλιαρό μπυρόνι την ώρα που δεν είχε προλάβει ακόμα να στερεοποιηθεί το λιπάκι που έσταζε απ' τη γουρνοπούλα στη λαδόκολλα.


Τα πανηγύρια είναι γλέντι εγγυημένο.
-Μόνο που...
-Μόνο που τι ρε Κωνσταντίνε;

Μόνο που εγγυητές είναι μία
σκιώδης βιομηχανία «καλλιτεχνικής μπίζνας»,
όπου πολιτιστικοί, αθλητικοί
& κάθε λογής άλλοι σύλλογοι
σε χωριά & κωμοπόλεις λειτουργούν ως
διοργανωτές-χορηγοί-φορείς-άλλοθι
του κάθε λαϊκογλεντιού,
από Γιορτή Βραστής Μελιτζάνας Φλάσκας
μέχρι Κολοπετινιτσιώτικο Αντάμωμα.


Σύμφωνα με φίλο που έχει φάει τα πανηγύρια με το κουτάλι (& τη γκιόσα με το πιρούνι), οι πανηγυριώτικες κλαρινοβραδιές με ντέφι & γαρύφαλλα κάνουν επιτυχία γιατί η είσοδος μπορεί να ξεκινάει από 3ευρο αλλά τα μαύρα πάνε σύννεφο -πιο πιθανό είναι ν' ακούσεις live τη Φουρέιρα σε χωριό του Μαινάλου παρά να πετύχεις POS στην είσοδο. Και ποτέ μην αμφισβητείς αυτούς τους φίλους με βαθιές εμπειρίες χωμάτινου παρκαρίσματος. Απλώς δε θα αποκαλύψουμε ποιος μας το είπε γιατί αγαπάμε τα πανηγύρια & δε θέλουμε να μας κλείσουν την πόρτα στη γκιόσα. Όσο για τη bonus πραγματικότητα; το πραγματικό εισόδημα των τραγουδιστών είναι σαν τα φαντάσματα: όλοι μιλάνε γι' αυτό αλλά κανείς δεν το έχει δει.


Δε θα ήταν όμως πλήρες το αφιέρωμα στην εμπειρία των πανηγυριών αν δεν στεκόμασταν & λίγο να χαζέψουμε στους πάγκους, που είναι από μόνοι τους η μικρογραφία του ελληνικού σουρεαλισμού. Όχι πέστε μου, δεν αξίζει δική του παράγραφο το μίνι πολυκατάστημα χωρίς ταμειακή που είναι ταυτόχρονα ψιλικατζίδικο, παιχνιδάδικο, κοσμηματοπωλείο; Γιατί αυτό είναι το απαύγασμα της θρησκευτικής εμποροπανήγυρης: εκεί που βλέπεις κομποσκοίνια, εικόνες & λιβάνια, να 'σου & το ζεβρέ κολάν & τα fidgets με ledάκια. Εκεί που βλέπεις π
ορτοφόλια Louis Vouton με μυρωδιά καμμένου πλαστικού, να 'σου & τα στριγκάκια δίπλα σε εικόνες του Αγίου Νεκταρίου. Όλα κοστίζουν 1 ευρώ, εκτός από εκείνα που κάνουν 5. Αν δεν είναι αυτό κερδοφόρα επιχειρηματική πρόταση για startup τότε εγώ να βάλω σαγιονάρα με κάλτσα. 

Και ναι. Τα πανηγύρια είναι τα ίδια κάθε χρόνο, οι ίδιες σπασμένες καρέκλες, το λαμέ λουλουδάτο φόρεμα με στρασάτο ντεκολτέ. Αλλά είναι & ο χορός του πιωμένου παππού που δεν καταλαβαίνει τίποτα από φόρους & ΦΠΑ, είναι το χωριό που το καλοκαίρι γεμίζει νέους, ζωή. Δεν αρνιόμαστε το κιτς & τη σαβουροσαπίλα. Έχει την τρόπο της να μας κάνει να την αποδεχόμαστε. Και να τη χορεύουμε. Και -όσο μπορούμε- θα είμαστε εκεί. Γιατί, άμα δεν πάμε εμείς να φάμε τη λουκανικιά τη χωριάτικη τη βέρα στο προαύλιο του παλιού δημοτικού σχολείου με τα γλομπάκια να κρεμώνται από πάνω, ποιος θα πάει; Οι τουρίστες;


(Φωτο-Πηγή: Kalavryta news)

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Μην ενοχλείτε!

Άρχισε ξανά η πολύτιμη & πολυπόθητη ελληνική σεζόν του καλοκαιριού & μαζί της -σαν τα καλομαθημένα τζιτζίκια- οι γνωστές φωνές των πολιτικών & των πιστών τους σχολιαστών.
Με αφορμή πρόσφατο άρθρο (imerodromos.gr), με αναφορά στην εν συντομία καλοκαιρινή πολιτική του «..να ενθαρρύνουμε τους Έλληνες να ταξιδεύουν & σε λιγότερο γνωστούς προορισμούς & εκτός περιόδου αιχμής» (την οποία πολιτική προσέγγιση νιώθεις σαν αυτό το γνώριμο 9 μποφόρ καυτό αεράκι-ανακατεμένο-με-άμμο που φυσάει στα μούτρα σου ανελέητα από τα στούντιο της ενημέρωσης), αλλά & την περσινή «πατριωτική αγωνία» (mikropragmata.lifo.gr) να μην ενοχλήσουμε τη διαμονή των τουριστάκων απ' όξω, αναρωτιέμαι:

Ποιος ακριβώς Έλληνας; αυτός που αν είναι να φύγει για καλοκαιρινές διακοπές, μόνο τον Αύγουστο μπορεί, γιατί τότε κλείνει η εταιρεία του; Το αφήγημα είναι διατυπωμένο λες & έχουμε όλοι απεριόριστη ευελιξία, χρόνο & χρήμα. Το τρίπτυχο του νεοτουριστικού φιλελευθερισμού: Πήγαινε όπου θες, όποτε θες -αρκεί να μην ενοχλείς.



Όμως αυτό που ενοχλεί κατά βάση είναι η αλήθεια:
Ο εσωτερικός τουρισμός δεν τίθεται σε προτεραιότητα.


Ο ξένος τουρίστας «τα ακουμπάει», ο ντόπιος όχι.
Ο ξένος τουρίστας «επενδύει», ο ντόπιος «καταλαμβάνει χώρο».
Ο ξένος τουρίστας είναι «ποιοτικός επισκέπτης» (& του ορθού τα εννιάημερα), ο ντόπιος είναι «λαϊκός εισβολέας».
Ο ξένος τουρίστας είναι καλοδεχούμενος, ο ντόπιος είναι ανεκτός -& αν.
Ο ξένος τουρίστας είναι «στόχος της στρατηγικής ανάπτυξης», ο ντόπιος είναι «αγκάθι της αυγουστιάτικης ζήτησης».

Γιατί αν δεν κάνεις μπάνιο παραγγέλνοντας τρία μοχίτο δεν είσαι σωστός πελάτης, δεν καταναλώνεις, δεν «αξιοποιείς» το ελληνικό προϊόν. Η τουριστική πολιτική θέλει τον οικονομικά ανεπαρκή να μείνει στο δυαράκι του αυγουστιάτικα, να κρεμάει το εμπριμέ σεντόνι με ξηλωμένο γαζί στα κάγκελα του μπαλκονιού, να βλέπει το δελτίο από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα, να τρώει γεμιστά με φέτα από το ταψί που του 'ψησε η μάνα του, να φυσάει ο ανεμιστήρας το ζεστό καλοκαιρινό τίποτα επάνω του.

Και μετά από τη γλαφυρή εικόνα -στην οποία 'ντωμεταξύ δε βρίσκω καμία αναντιστοιχία με την πραγματικότητα- ας επανέλθουμε στην απλούστατη, καλογραμμένη, επικοινωνιακά σερβιρισμένη & κομψοτάτη προτασούλα: «να ενθαρρύνουμε τους Έλληνες να επισκέπτονται εναλλακτικούς, λιγότερο τουριστικούς, ήσυχους προορισμούς τον κλασσικό -& τετριμμένο θα 'λεγε κανείς- Αύγουστο». Καλέ, αλίμονο, καλέ! μην τους παρεξηγήσετε, απλώς νοιάζονται για την ξεκούρασή μας, μη στριμωχτούμε, μην αγχωθούμε, γιατί, ξέρετε τώρα μωρέ, όλο το χρόνο τρώμε το αγγούρι με δουλειά & φόρους, ε τώρα μας λένε άμε να ξεκουραστείτε. Αλλά σιωπηλά. Μακριά. Εκτός θέας.

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να ευσταθεί μία τέτοια πρόταση για τον εξαντλημένο υπερεργαζόμενο, υποχρεωτικά αδειούχο τον Αύγουστο, τον οικονομικά στραγγισμένο οικογενειάρχη με 800άρι καθαρό, τον άνεργο με τους απλήρωτους λογαριασμούς που τον παροτρύνουν να πάει σε «μη κορεσμένους προορισμούς» λες & είναι Erasmus; Η πρόταση αυτή είναι φτιαγμένη για πολίτες άλλης χώρας, με άλλες συνθήκες καθημερινής ζωής, όχι για εκείνον που μετράει τα ρέστα για ένα εισιτήριο ΚΤΕΛ. Οι δέκα μέρες διακοπών του χαμηλόμισθου χωρίς την ευγενέεεστατη συγκατάθεση πολιτικών & τηλε-πολιτικών είναι σχεδόν πράξη ανταρσίας: μα να τολμήσει να πατήσει σε νησί χωρίς all-inclusive; να φάει πιτόγυρο αντί για tapas fusion seafood platter; να απλώσει πετσέτα χάμω δίπλα στον τουριστούλη με το 3k πακέτο διακοπών; να θρονιαστεί σε παραλία & μην πάει σε κάποια ξερή πλαγιά της ορεινής Αρκαδίας; Να πάει στο χωριό του! να κάθεται στην άσπρη πλαστική καρέκλα που 'χει αρχίσει να αποσυντίθεται απ' τον ήλιο & αφήνει μικρομόρια πλαστικού στις ιδρωμένες κλειδώσεις & να βρίσκει εκεί χώρο να «ανακαλύπτει νέους προορισμούς» -δηλαδή το ρέμα στην άκρη του χωριού που παίζει ο ξάδερφός του ο Τάκης μπουζούκι το βράδυ. Να κάνει πράσινο τουρισμό. Να πει κι ευχαριστώ.

Ποιος σας είπε κύριέ-μου-κυρία-μου-δεσποινίς-μου-δεν-ξέρω-τελοσπάντων-τι-είστε, πως έχετε το δικαίωμα να αποθαρρύνετε τον ντόπιο τουρίστα να απολαύσει τις διακοπές του στο διάστημα που εκείνος επιθυμεί & έχει δυνατότητα, επειδή ξοδεύει λιγότερα σε σύγκριση με τους ξένους; Να παραχωρήσει δηλαδή τις περιοχές που θα του προσφέρουν την άνεση & την ψυχαγωγία που έχει ανάγκη, αποσυρόμενος από αυτά που έχει ο ίδιος πληρώσει τους υπόλοιπους μήνες με το κρατικό χρήμα που συνεισφέρει για να αναπτυχθούν οι υποδομές της χώρας; Δρόμοι, μαρίνες, βιολογικοί καθαρισμοί, λιμάνια, παραλίες με μπλε σημαιούλες.


Αντί να τον ενισχύσεις, να του δώσεις κίνητρο για το αυτονόητο,
υπαινίσσεσαι ότι του «κάνεις χάρη»
να μην ταλαιπωρηθεί ανάμεσα στο τουρισταργιό
λέγοντάς του «να φύγετε κύριε, να πάτε αλλού».



Γιατί όμως το θέμα αυτό εμφανίζεται μόνο το καλοκαίρι; Γιατί δε ζητάνε το ίδιο το χειμώνα; Γιατί δε λένε με την ίδια θέρμη: «ελάτε να δείτε τα χωριά του Έβρου»; Το Γενάρη κανείς δε βγαίνει να μας πει «μην πάτε Παρνασσό & Ζαγόρι, θα έχουμε Αυστριακούς να κάνουν ski & hiking». Η συζήτηση αρχίζει μόνο όταν απειλείται η τουριστική χρυσή περίοδος, του καλοκαιριού στην Ελλάδα, με την παρουσία... των ίδιων των Ελλήνων! Νά πώς ιεραρχείται οικονομικά & η παραθέριση: όποιος πληρώνει πιο πολύ, δικαιούται παραπάνω χώρο. Όσο πιο πολλά δίνει τόσο πιο καλοδεχούμενος είναι. Και να γιατί όταν έρχεται η εποχή  των πεντάστερων τότε ξαφνικά η παρουσία των ντόπιων γίνεται πρόβλημα. Διότι δεν είναι θέμα εξορθολογισμού του τουρισμού, εδώ αμφισβητείται το ποιος αξίζει να απολαμβάνει τον ήλιο & τη θάλασσα (όταν έχει διάθεση χρόνου & μπορεί).

Από τους Έλληνες οι μισοί δε θα πάνε διακοπές φέτος, καθαρά λόγω κόστους (cnn.gr/ellada/story/dimoskopisi-alco). Αν λοιπόν στους άλλους μισούς που θα πάνε, τους λες & πότε & πού να μην πάνε, τότε τι απομένει; Η βεράντα, η παντόφλα & η σκέψη ότι η χώρα που ζουν είναι όμορφη οπουδήποτε -απλώς τους δίνεις χρονοδιάγραμμα για το τι & πότε επιτρέπεται να δουν από κοντά με ελεύθερη βούληση. Σαν να έχουν εφ' όρου ζωής συνδρομή σε πολιτικό πακέτο θερινών διακοπών, συγκεκριμένων όρων & προϋποθέσεων.


Η τουριστική Ελλάδα είναι πλέον για να πουλιέται, όχι για να βιώνεται.
Η ελεύθερη επιλογή για το πού θα ξεκουραστεί ο ντόπιος,
πότε θα δει το Αιγαίο,
πώς θα ζήσει τη χώρα του,
γίνεται πλέον αντικείμενο διαχείρισης & ποιοτικού διαχωρισμού.



*Είτε πας διακοπές είτε όχι,
είτε βρεθείς από επιλογή ή από ανάγκη
σε νησί, σε βουνό ή στο μπαλκόνι σου με ανεμιστήρα,
να μη διστάσεις να απλώσεις την πετσέτα σου
εκεί που σου λένε ότι «δε χωράει».
Όχι από πείσμα, αλλά γιατί χωράς.
Απλώς κάποιοι βολεύονται να το ξεχνάς.

Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

Άσε ένα βιβλίο ελεύθερο - μπορεί να βρει τον δρόμο του


Ο κάδος ήταν ανοιχτός. Η ματιά μου έμεινε σε κάτι που με πόνεσε: σωρός από πεταμένα βιβλία. Πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να τα διαβάσουν, πόσες βιβλιοθήκες θα τα δέχονταν με χαρά, πόσα μυαλά θα άνοιγαν.

Βιβλία αληθινά, με λέξεις που κάποτε γεννήθηκαν μέσα από σκέψη, κόπο, συναίσθημα. Κάποιος τα έγραψε. Κάποιος τα διάβασε, ίσως τα αγάπησε. Τώρα, ήταν εκεί, ανάκατα με συσκευασίες.

Στάθηκα. Κράτησα την τσάντα με την ανακύκλωση στα χέρια. Ντράπηκα.. πώς να ακουμπήσω πάνω τους το τίποτα της καθημερινότητας; Δεν ήταν σκουπίδια. Ήταν προσπάθεια, ήταν ιστορία, ήταν φωνές, που κάποτε ζητούσαν να ακουστούν.

Τα βιβλία, τα λόγια, οι ιδέες, δε γεννήθηκαν για να σωπάσουν σε έναν κάδο ανακύκλωσης, αλλά για να συνεχίσουν. Από χέρι σε χέρι. Από νου σε νου.

Αν είναι να πετάξουμε κάτι, ας πετάξουμε την αδιαφορία.
Αν είναι να ανακυκλώσουμε κάτι, ας είναι η προσοχή, η ευθύνη, το μοίρασμα.
Ας δώσουμε νέα ζωή στη σκέψη & όχι στο χαρτί της.

Η ανακύκλωση της γνώσης δεν γίνεται με σκουπίδια, αλλά με μοίρασμα, με προσφορά, με διάδοση.
Ας σκεφτούμε ξανά τι αξίζει πραγματικά να πετιέται.

Η γνώση δεν πρέπει να γίνεται χαρτοπολτός.


- Και τι να τα κάνουμε μαντάμ, δελαδέ; Να τα κουβαλάμε σα γαϊδούρια στις βιβλιοθήκες;
(Γάιδαρος δε γίνεσαι. Αλλά για να το θίγεις σίγουρα κάτι ξέρεις & μας το κρύβεις.)
- Γιατί όχι; Μια φορά το κάνεις. Τα πας, τα αφήνεις, τέλος. Κι ίσως κάποιος τα διαβάσει. Κάποιος που δεν έχει να πάρει βιβλίο.
- Ναι, αλλά ποιος διαβάζει σήμερα; Μας έφαγε η τεκνολότζια.
- Και λοιπόν; Θα σταματήσουμε να προσφέρουμε επειδή δεν διαβάζουν όλοι; Αν ένα παιδί, ένα, βρει ένα βιβλίο; Δεν άξιζε το κουβάλημα;
- Ε, εγώ λέω άμα είναι να τα πετάξω, τουλάχιστον τα πετάω για ανακύκλωση, να γίνουν καινούριο χαρτί. Δεν είναι & άχρηστο.
- Δεν είπα ρε άνθρωπα πως η ανακύκλωση είναι κακή! Λέω: ας είναι η έσχατη λύση. Όχι η πρώτη. Όχι η άνετη. Όχι για κάτι που μπορεί να συνεχίσει να ζει. Ένα βιβλίο δεν είναι κεσές από γιαούρτι. Είναι φωνή. Η φωνή δεν πετιέται.
- Μάιστα. Εντάξει, & πού να τα πάμε τότενες;
- Βάλε το ρημαδομυαλό σου να σκεφτεί. Υπάρχουν βιβλιοθήκες, συλλογικότητες, σχολεία. Βάλ' τα ρε παιδί σε ένα χαρτόκουτο έξω απ’ το σπίτι, γράψε «ΧΑΡΙΖΟΝΤΑΙ». Ίσως δεν τα πάρουν όλα. Αλλά σίγουρα κάποιος θα σταθεί.

Τα βιβλία έχουν τον δικό τους τρόπο να φτάνουν εκεί που πρέπει.
Αρκεί να τα αφήσουμε να ταξιδέψουν.
Μην πετάς το βιβλίο.
Άφησέ το.
Στο κουτί, στο παγκάκι, στο φως.
Άσε το βιβλίο ελεύθερο - θα βρει τον δρόμο του.

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Και γιατί να μη χρησιμοποιούμε το AI?

Τα στατιστικά πώς τα βγάζουμε; στο χέρι κάνουμε τις πράξεις;

Να μη χρησιμοποιούμε κομπιουτεράκι;

Να μη χρησιμοποιούμε χάρακα για ευθείες γραμμές;

Να μη χρησιμοποιούμε πλυντήριο ρούχων; Γιατί; για να μην ξεχάσουμε πώς τρίβονται τα σώβρακα στη σκάφη;

Μήπως να'χουμε & γκαζόλαμπα αντί για πορτατίφ;

Ή μήπως να ξηλώσουμε & τη λεκάνη της τουαλέτας για να μπορείτε ανενόχλητοι όλοι οι ενοχικοί φρενοβλαβείς καταστροφολάγνοι να αισθάνεστε την ασφάλεια ότι η φύση σας δε διακινδυνεύει από την εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού & την πρόοδο της τεχνολογίας; κι ότι η επιστήμη είναι «στα άστρα βλέπεις μόνο ζώδια»;

Και γιατί για να'σαι εσύ ήσυχος ρε φίλε πρέπει εγώ να χέζω στα λιόφτα;

Να καταργήσουμε & τα pc, να καταργήσουμε & τα smartphones, να γράφουμε με το κοντύλι τα ορνιθοσκαλίσματα που βγάζετε για νόμους, να καταργήσουμε & το ζεστό νερό, γιατί για να ανεχόμαστε την ψυχρολουσία των λίγων, η φύση έτσι μας έπλασε;

Ε. & το AI έτσι σας έκλασε.