Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Σπίτι A+++ Class Smart Comfort Ultra Eco 2.1

Η σιγουριά δεν είναι πολυτέλεια.
Πάνω σε αυτή χτίζεις.
Είναι εκτιμήσεις, επενδύσεις, στοιχήματα, προσπάθειες, επαναλήψεις, προσαρμογές, ανακατευθύνσεις.
«Θέλει τόλμη» η σιγουριά.
Αν διαψευστεί όλη ή μέρος της είναι σα να ακούς να σου βροντοφωνάζουν ότι κάτι διακινδυνεύεται μέσα σου.
Λειτουργεί σαν σεισμογράφος.
Επέρχεται δόνηση.
Κατά τη διάκεια της σεισμικής δραστηριότητας, πρώτο σου μέλημα είναι να τρέξεις να προφυλαχτείς.
Να κρύψεις το κεφάλι σου κάτω από μια γνώριμη τρυφερή αγκαλιά, να νιώσεις ότι είσαι ζωντανός.
Παρακολουθείς μηχανικά, σχεδόν αμέτοχα & εκπλήσσεσαι που σου είχε απομείνει ένα ένστικτο ικανό να δράσει για να σε προστατέψει -δεν έχασες τελικά την ανθρώπινη υπόστασή σου.
Παρά την ένταση, είσαι ακόμα εκεί, αναπνέεις, καταβάλλεις προσπάθεια να συνειδητοποιήσεις τι συνέβη, τι ζεις.
Ζητάς βοήθεια & κατανόηση, στα όσα δεν έμαθες, στα όσα δεν πρόλαβες να ζήσεις.
Υποπέφτεις στο λάθος να υπόσχεσαι ανέλπιστα να δώσεις χρόνο στους σεισμολόγους να προβλέψουν εγκαίρως την επόμενη δραστηριότητα, εύχεσαι με λύσσα να προσδιορίσουν με ακρίβεια το επόμενο επίκεντρο, να καταγράψουν τις συνέπειες, να προοικονομήσουν τις απώλειες.
Τι θα διαλυθεί, τι θα μείνει όρθιο.
Κατάρτιση ετήσιου πλήρους σεισμικού προϋπολογισμού.

Ο λόγος; Αν σου πουν «Αυτό το σπίτι είναι εκπληκτικό, πανέμορφο, είναι η ιδανική κατοικία για οποιονδήποτε άνθρωπο -κανένα δεν είναι τέλειο, ξέρετε, υστερεί σε λιγότερα απ'όσα περιμένατε & είχατε ποτέ φανταστεί, καθώς πάντα πρέπει να κάνετε υποχωρήσεις & συμβιβασμούς στα πλαίσια κατανόησης & καλής θέλησης- αλλά να ξέρετε ότι, κάποια στιγμή, μέσα σε περίπου μία πενταετία, θα καταρρεύσει λόγω ανεπαρκών θεμελίων.. είναι πάνω σε ρήγμα» θα κατοικούσες; Θα επένδυες; Θα το ανακαίνιζες; Θα έβαζες μέσα το παιδί σου; Θα το είχες υπ'όψιν σου για να του το μεταβιβάσεις; Θα ζούσες εκεί μέσα ρε παιδάκι μου; Αν σου πουν «Θα υπάρξουν προειδοποιητικά σημάδια, οπότε να είστε προϊδεασμένοι στο προσεχές διάστημα για πατώματα που τρίζουν...» θα σκεφτόσουν ποτέ ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άνετο & ασφαλές; «Μαααα ξέρετε είναι A+++ Class Smart Comfort Ultra Eco 2.1 & έχει όλα τα... μπλα μπλα μπλα.»

Όσες υποσχέσεις & να σου δοθούν, το πραγματικό σου παράπονο θα είναι το γιατί να μην μπορεί να δεσμευτεί ο παλιοεγωίσταρος ο ιδιοκτήτης ότι είναι κάτι που δε θα έχει συγκεκριμένη διάρκεια, ότι δε θα έχει ημερομηνία λήξης. Γιατί εσένα θα σε χαλάει ότι δε θα το έχεις όταν θα το χρειάζεσαι. Είναι δειλός ο ιδιοκτήτης; Δεν ξέρουμε αν είναι όντως φοβισμένος ή απλώς αναποφάσιστος στο να αποκαταστήσετε από κοινού τα θεμέλια, αλλά είναι εύλογο να φοβάσαι & εσύ γιατί θα κουραστείς να περιμένεις μέχρι τη στιγμή που εν ευθέτω χρόνω θα το μάθει -θα είναι άλλωστε πολύ επικίνδυνο να ζεις εκεί μέσα, δεδομένης της επικείμενης καταστροφής που θα επέλθει σε αόριστη χρονική στιγμή.

- Άααασε που...
- Τι; έχει κι άλλο;
- Δε σου περνάει & απ'το μυαλό κατά καιρούς, μήπως είναι παπατζιλίκι & μούφα το παζάρι & θέλει το σπίτι για άλλον; δελαδέ ότι ίσως εσύ είσαι απλώς ο πελάτης-δόλωμα, να δει πόσο πιάνει, να βολιδοσκοπήσει προθέσεις & να εκτιμήσει διαθέσεις.
- Μα εγώ δε ζήτησα τέτοιες εγγυήσεις.
- Νομίζεις δεν το ξέρω; Δεν είχες ανάγκη να σωθείς, επέλεξες αυτό το σπίτι συνειδητά & το πάλεψες, όχι από αδυναμία. Ανάγκη είχες να δώσεις τη μάχη για το μέλλον σου, για να είναι πιο ανθρώπινο από όσο είκαζε ο αφιλότιμος ιδιοκτήτης. Το διεκδίκησες χωρίς υπερβολές.

Κάααπου, λοιπόν, ανάμεσα σε συζητήσεις, αναμονές, παύσεις, διαπραγματεύσεις, επανατοποθετήσεις, μαθαίνεις -με τον άσχημο τρόπο- ότι ο φόβος της κατάρρευσης είναι μικρότερης αγωνίας ζήτημα σε σχέση με το γεγονός ότι, ουσιαστικά, δεν έχεις μέλλον εκεί μέσα. Δεν μπορείς να σχεδιάσεις. Κάνεις εικόνα τα συντρίμμια & λες «πού πάω τώρα;». Κι άαασε τι έλεγε ο Παπάζογλου «θα πάει κι ας του βγει & σε κακό», τότε ήσουν & καμιά 15ετία νεότερος. Δεεε χωράν εδώ τραγούδια -εδώ δεν ξέρεις αν θα χωράς εσύ στο σπίτι σου! Άστε τους στίχους, πιάστε τους τοίχους! Κυριολεκτικά. Διότι, φίλτατε, τι έπιπλα να αγοράσεις για ένα σπίτι που ίσως αύριο πάψει να υπάρχει; Τι λουλούδια να φυτέψεις όταν ο κήπος μπορεί του χρόνου τον χειμώνα να μην είναι δικός σου; Τι φωτογραφίες τραβάς όταν δεν ξέρεις αν θα έχεις σαλόνι να τις κρεμάσεις; Λυγίζεις μπρος στα ερωτήματα γιατί αδυνατείς να εμπιστευτείς το μέλλον.

Για την έλλειψη αυτής της καταρραμένης σιγουριάς πονάς.
Όχι για τις κουρτίνες που θα μείνουν ξεκρέμαστες, αλλά που θα μείνεις ξεκρέμαστος εσύ.
Είναι εγωιστικό; 
Ναι, ίσως έτσι να φαίνεται, αλλά είναι φυσικό να ματώνεις όταν δεν υπάρχει κοινή πρόθεση.
Αποσύρεσαι γιατί δεν αντέχεις να ζεις χωρίς προοπτική.

Τότε σταματάς να χτίζεις. Κάθε μέρα βάζεις & ένα τούβλο λιγότερο. Κι ο θόρυβος που κάνουν όταν τοποθετείς ακόμα & αυτά τα λίγα, μοιάζει πιο υπόκωφος από ποτέ. Οι προσδοκίες σου γεννήθηκαν -καλώς ή κακώς- από όσα ονειρεύεσαι ότι μπορείς να κάνεις σε αυτό το σπίτι. Αλλά τι μένει τελικά δίχως αυτές; Προσωρινή μίσθωση τούβλων & συναισθημάτων, χωρίς αυτοδικαίως παράταση μετά τη λήξη του συμβολαίου.

Κανένα σπίτι δεν έπεσε
τη μέρα που εμφανίζεται μια ρωγμή.
Πέφτει όταν οι άνθρωποι που το κατοικούν
σταματήσουν να πιστεύουν
ότι αξίζει να την επισκευάσουν.

Θέλει & λίγη συνέπεια ρε αδερφάκι μου & κανα μερεμετάκι της προκοπής. Αλλά απ'την άλλη, κάποιοι θεωρούν ότι όποιος ζητά σιγουριά φοβάται. Νομίζω πως συμβαίνει μάλλον το ακριβώς αντίθετο. Χρειάζεται πολύ περισσότερο θάρρος να δώσεις στον άλλον τη βεβαιότητα ότι τον υπολογίζεις μέσα στο μέλλον σου. Η σιγουριά δε φυλακίζει. Απελευθερώνει. Όταν δε χρειάζεται να αποδεικνύεις καθημερινά ότι αξίζεις να σε επιλέγουν, σου περισσεύει χώρος να αγαπήσεις & να αγαπηθείς. Όταν δεν αναλώνεσαι στο να διαβάζεις σιωπές, καθυστερήσεις, αμφιβολίες, έχεις ενέργεια & κουράγιο για να δημιουργήσεις αναμνήσεις. Να κάνεις σχέδια. Να ονειρευτείς.

Αυτή η σιγουριά δεν είναι αυτό που κάνει όλα τα υπόλοιπα να αποκτούν αξία; Τι σημασία έχει μια όμορφη στιγμή όταν δεν ξέρεις αν θα'ναι η τελευταία; Τι νόημα έχουν οι συνήθειες αν δεν τις μοιράζεσαι; & τι νόημα έχει όταν οι αποφάσεις μένουν μόνο στον ενικό αριθμό;

Η αβεβαιότητα δεν σκοτώνει
απαραίτητα την αγάπη,
αλλά τη διάθεση να επενδύσεις σ'αυτή.

Κι ούτε η αγάπη τελειώνει απότομα. Αδειάζει σταδιακά, σαν σπίτι που κατοικείται όλο & λιγότερο, μέχρι που μια μέρα οι τοίχοι μοιάζουν μικρότεροι, πιο σκοτεινοί... & συνειδητοποιείς ότι δεν ακούγονται πια βήματα στους διαδρόμους του.

Ίσως γι'αυτό η σιγουριά δεν είναι πολυτέλεια. Πατάς πάνω της για να κοιτάξεις τον ορίζοντα, αντί να κοιτάζεις συνεχώς μην άνοιξε καμιά ρωγμή κάτω απ'τα πόδια σου. Είναι το αφανές έρεισμα όταν όλα πάνε καλά, αλλά αποδεικνύεται αναντικατάστατη όταν έρθουν δυσκολίες.

Ποιος μίλησε για ζωή χωρίς σεισμούς;
Αλίμονο!
Αλλά να μην αναγκάζεσαι να ζεις καθημερινά με μια βαλίτσα δίπλα στην πόρτα.


Κυριακή 17 Μαΐου 2026

"Old enough to understand"



- Σα να κρατάς στα χέρια σου δυο χρόνους ταυτοχρόνως. Το «τότε» γεμάτο υποσχέσεις & σχέδια. & το «τώρα» που ξέρει, πλέον, πόσα από εκείνα λύγισαν. Γι’ αυτό είναι περίεργο. Τα κοιτάζεις & νιώθεις μια νοσταλγία για μια ζωή που δεν υπάρχει πια, αλλά τη θαύμαζες. Μια τρυφερότητα για εκείνους που κάποτε πίστευαν ότι μπορούν μαζί να κατακτήσουν τον κόσμο, ή έστω αρκετά. Μια θλίψη για ό, τι δεν άντεξε. Μα πάνω απ’ όλα ένα γιατί, ένα παράπονο: πώς γίνεται κάτι τόσο δυνατό να αλλάξει;

- Τι σε πονάει περισσότερο;
- Ίσως ότι κάποτε ήταν σίγουροι για το μέλλον & τώρα αυτό γκρεμίστηκε. Σα να μετανιώνεις για το θάρρος που είχες να πιστέψεις ότι θα κρατούσε για πάντα. Γιατί ήταν σα να ονειρευόσουν & εσύ μαζί τους, δεκαετίες μετά, να το έχεις πλάσει ιδανικά στο κεφάλι σου & τώρα σα να ξύπνησες & αυτό απομυθοποιήθηκε. Ναι.. αυτό ίσως.
- Μπορείς να κρατήσεις τουλάχιστον σαν παρηγοριά ότι οι άνθρωποι αγαπάνε βαθιά αλλά αν αυτό σβήσει δε σημαίνει πως δεν ήταν αληθινό.
- Μα αν ήταν αληθινό θα κρατούσε! Τι διάολο μας παραμύθιαζαν οι χολιγουντιανές ταινίες;! Νόμιζα πως, αν η αγάπη είναι αληθινή, τότε είναι αδιάρρηκτη. Άφθαρτη. Πώς ξεθωριάζουν τα συναισθήματα, όταν ακόμα το μελάνι δεν ξεθώριασε; Αιώνιες αγάπες & κουραφέξαλα..
- Η ζωή δεν υπόσχεται αιωνιότητα. Ίσως ήταν σε κάποιο βαθμό αφελείς -ίσως & συ αφελώς με τη σειρά σου να είχες προσδοκίες. Αυτό που ίσως σε πονάει είναι η ματαίωση. Δεν είναι πάντα ένα συναίσθημα, είναι πολλά -μικρά & μεγάλα.
- Συγκινούμαι να τους φαντάζομαι. Ίσως υπάρχει & λίγος θυμός για το άνισο παιχνίδι της τύχης, για τις επιλογές. Γι’ αυτές περισσότερο.


«..old enough to understand…» λέει...
Σάμπως είμαστε αρκετά μεγάλοι ποτέ;
ή σάμπως καταλαβαίνουμε ποτέ στ’ αλήθεια;
ή σάμπως, πάλι, πρέπει να καταλάβουμε;

Υπάρχει άραγε κάποια κάπου κάποτε μια ηλικία που ξαφνικά σου 'ρχεται η θεόσταλτη επιφοίτηση & καταλαβαίνεις τα πάντα; Μια κάποια μέρα όπου οι γονείς παύουν να είναι γονείς & γίνονται απλώς άνθρωποι; Αυτή η μέρα ίσως να μην έρχεται ποτέ.

Ίσως απλώς, όσο μεγαλώνουμε, να μη μαθαίνουμε
πώς να καταλαβαίνουμε τα πάντα.
Ίσως απλώς μαθαίνουμε να αντέχουμε
ότι δεν τα καταλαβαίνουμε όλα.

Όσο χρονών & να γίνουμε, πάντα ένα κομμάτι μας θα τους κοιτάζει -πολύ απλά- σαν τα μικρά παιδιά που κοιτούν τους γονείς τους. Που πάντα θα τους βλέπουν σαν κάτι που υπήρχε πριν από εκείνα, που νόμιζαν πως ήταν σταθερό & που δεν φαντάζονταν ποτέ πως μπορεί να αλλάξει.

- Αυτό, πιστεύω, σε πονά περισσότερο, αν μπορεί να μετρηθεί.. Είχες χτίσει μέσα σου μια βεβαιότητα -δικαιολογημένα, σαν παιδί, αλίμονο, το είχες ανάγκη όπως όλα τα παιδιά- αλλά αυτή κατέρρευσε. Δεν ήταν φανερό εξ αρχής ή το παραέβλεπες, ήθελες να πιστέψεις στη μαγεία του ονείρου -& ξαναλέω & με το δίκιο σου, γιατί παιδί ίσον όνειρο. Έτσι ζούσες, κρατούσες άσβεστη την ελπίδα πως αυτό θα είναι παντοτινό. Μεγάλωνες κουβαλώντας μέσα σου το ίδιο το παιδί -εκείνο που εξακολουθεί να πιστεύει πως η αγάπη των μεγάλων κρατά για πάντα.
- Ίσως να μας ρίχνει που οι προσδοκίες που είχαμε δεν τελεσφόρησαν. Ίσως πλάσαμε τον κόσμο των γονιών μας με τα δικά μας μάτια, τα αθώα.. ναι, τα αφελή. Φτιάξαμε στο νου μας ένα ζευγάρι αήττητο.. τους πλάσαμε τέλειους, μα ήταν αλλιώς καμωμένο.. αλλιώτικο απ’ όσο το θωρούσαμε, σαν μικρά παιδάκια, από χαμηλά..
- Περίμενες να συμβεί κάτι; Να αλλάξει;
- Ναι. Αλλά χωρίς να ξέρω ούτε & γω τι θα ήταν αυτό. Απλώς περίμενα. Ξες, άμα έχεις βεβαιότητα δε σε νοιάζει. Άκουγα ιστορίες που μου έλεγαν, ξετρύπωνα & χάζευα τα γράμματα όταν όλοι κοιμόντουσαν.. & ονειρευόμουν...
- Λουλούκα μου…
- & νιώθω ευγνωμοσύνη που το έζησαν. & που το έζησα & εγώ μαζί τους. Έλεγα «..να, εκεί θα της είχε δώσει ραντεβού..» ή «..τέτοια ώρα θα περίμενε τηλεφώνημά του...». Με όλα αυτά γίνεται να μη φτιάξεις ένα μύθο γύρω τους; Λίγες στιγμές, λίγα γράμματα, λίγες γλυκές κουβέντες.. Είδα κάτι να ζωντανεύει μπροστά μου, η αγάπη τους έγινε κάτι χειροπιαστό, δεν έμεινε απλώς μια αφήγηση, μια ιδέα, δεν περιορίστηκε σε ψευδαίσθηση. Το είδα! το έζησα! Ήμουν μέρος του σκηνικού της ιστορίας, της πλοκής...
- Οι γονείς μας, όμως, είναι & αυτοί άνθρωποι. Ξέρω, φαντάζομαι, πως νιώθεις ότι δεν ταυτίζονται με αυτό που είχες φτιάξει στο μυαλό σου, αλλά.. δε σε εξαπάτησαν. Δε φταίνε. Ούτε εσύ φταις.
- Απλώς λυπάμαι. Όχι «απλώς». Γι' αυτό που δε θα υπάρξει πια. Για την επέτειο που θα υπάρχει στο εξής σαν ημερομηνία αλλά όχι σαν γιορτή. Για την ασυνέχεια. Την αθέτηση. Για τη σχεδόν σαν αδικία.
- ...
- ... Να ξέρουν άραγε πώς νιώθουμε εμείς;
- Λίγη σημασία έχει.. με την έννοια ότι δεν θα επηρέαζε αυτό την πορεία των γεγονότων. Θα ήταν καλό φυσικά, από την άποψη του να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου, αλλά & αυτό ως ένα σημείο. Δηλαδή να μην μπεις στο τρυπάκι να σκέφτεσαι «τι θα γινόταν αν» γιατί αυτό πρώτα απ’ όλα εσένα θα βαραίνει. Αν το αποδεχτείς είναι η λιγότερο επίπονη προσέγγιση -όχι λύση. Χωρίς αυτό να ακυρώνει ή να αναιρεί οποιοδήποτε συναίσθημα σου βγαίνει. Είναι όλα αποδεκτά. & ο θυμός & η λύπη. Μπορεί τελικά να μην είμαστε ποτέ αρκετοί -αρκετά μεγάλοι, αρκετά ολοκληρωμένοι- για να καταλάβουμε.


Κάποτε η αγάπη
γράφεται με μελάνι
που μοιάζει ανεξίτηλο.

Όλα μοιάζουν αιώνια όταν γεννιούνται.
Μα ο χρόνος
δε φωνάζει
-δουλεύει σιωπηλά.
Ξεθωριάζει το μελάνι,
μαλακώνουν οι αναμνήσεις.
Και κάποτε,
η φλόγα,
που έκαιγε ολόκληρο τον κόσμο,
γίνεται κι αυτή μια στάχτη, ήσυχη.

Μη νομίσεις πως δεν υπήρξε.
Μη νομίσεις πως δεν ήταν αληθινή.
Μόνο πως, ακόμα και η πιο μεγάλη αγάπη,
είναι ανθρώπινη.
Και πως, ό, τι ανθρώπινο,
δε φτιάχτηκε για να μένει για πάντα.
Απλώς καίει, όσο μπορεί.


Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Μανιφέστο μετά Νικοτίνης

«Ξημέρωσε. Έλα, σήκω. Στο δρόμο για το μπάνιο κάνε την καθιερωμένη παρακαμψούλα προς κουζίνα ν' ανάψεις την καφετιέρα & να ελέγξεις αν το πακέτο είναι αφημένο αποβραδίς δίπλα. Τσεκάρεις πόσα σου έμειναν για να υπολογίσεις το πρόγραμμα των πρώτων ωρών της ημέρας. Σκέφτεσαι ότι, αν τελειώνουν, δεν μπορεί, θα βρεις μες στη μέρα τρόπο & χρόνο να βγεις να πάρεις. Αλλιώς... έχει ο καπνός. Κυριολεκτικά. Ξερός σαν άχυρο, ξεχασμένος στο συρτάρι προ μηνών, παραμένει εκεί για να σου υπενθυμίζει το πόσο χαμηλά μπορείς να πέφτεις για να ψευδοαυτοϊκανοποιηθείς, να ταΐσεις την έλλειψη αυτοσεβασμού σου καπνίζοντας κάτι που σου ζεματάει ρινοφάρυγγα σε κάθε ρουφηξιά. Μέχρι να τα σκεφτείς όλα αυτά, έχεις επιστρέψει πάλι στην κουζίνα, έχεις ήδη ετοιμάσει τον καφέ &, με φρεσκοβουρτσισμένα δόντια & δροσερή αναπνοή, καπνίζεις.»

Αλλά όλα αυτά, μέχρι προχθές, bitchez. Εεεεμ... καλά, γελάω. Είδα κι έπαθα μέχρι να φτάσω στο τρίτο 24ωρο χωρίς αναμμένο τσιγάρο -όχι στα χείλη, ούτε στα δάχτυλα! Γιατί το ΄χω ακούσει & αυτό, μάλιστα! να το ανάβεις & μετά να το σβήνεις, στα πλαίσια του να προσπαθείς να βρεις νέους δημιουργικούς & ευφάνταστους τρόπους διακοπής καπνίσματος που να κεντρίζουν το ενδιαφέρον -το δικό σου, γιατί τους άλλους δεν τους πείθεις απλά & μόνο επειδή τους είπες «αα εμένα με έσωσε!» ή «μόνο αυτό πιάνει» ή «άκου που σου λέω!». Ο καθένας προσπαθεί να αναπτύξει τις δικές του μεθόδους, προσαρμοσμένες στις ανάγκες & συνήθειές του: άλλος μαχαίρι & άλλος με τερτίπια.

Είδα & έπαθα & παθαίνω. Δεν το περηφανεύομαι. Γιατί η αλλαγή για να συντελεστεί μέσα σου θέλει χρόνο -λένε. Διάθεση για αλλαγή δεν υπάρχει. Με το ζόρι το κόβω. Δέκα χρόνια τώρα & βάλε δήλωνα φανατική καπνίστρια. Ναι, αλίμονο αν δεν ξέραμε τις βλαβερές συνέπειές του. Αλλά ποσώς ενδιαφέρουν έναν τακτικό καπνιστή αυτές οι εικόνες στα πακέτα. Τις βλέπει μελό, φτάνει σε σημείο να τις σατιρίζει προκειμένου να μην φτάσει στο σημείο να πειστεί να ξεκινήσει τη διαδικασία διακοπής.

Ο εθισμός είναι οξύμωρος:
Πιστεύεις ότι κάνει όντως κακό,
ωστόσο δεν κάνεις τον κόπο να σταματήσεις.

Όταν αισθάνεσαι έτσι, τότε ξέρεις ότι
βρίσκεσαι στον πυρήνα του εθισμού.

Συχνά νιώθεις ντροπή να μοιραστείς την μετέπειτα προσπάθειά σου να διακόψεις. Ίσως γιατί φοβάσαι να αποτύχεις ή γιατί σε έχουν κρίνει πολλές φορές στο παρελθόν για τη συνήθειά σου ή επειδή απέτυχες σε προηγούμενες προσπάθειες. Εδώ, όμως, έρχεται αβίαστα το κλισεδιάρικο «η αποτυχία δεν είναι ντροπή» & κριντζάρεις που το σκέφτεσαι & νιώθεις πιο αποτυχημένος & από την τελευταία άκαρπη προσπάθεια διακοπής.

Λένε ότι η τάση για κάπνισμα εντείνεται όταν ζεις τις ίδιες στιγμές που σου προκαλούν αυτό το trigger. Το κακό είναι ότι μέσα στην ημέρα υπάρχουν πολλές τέτοιες «κακές στιγμές» βλ. δουλειά, όπου τα χέρια σου δεν είναι απασχολημένα με τέτοιο τρόπο που να σου αποτρέπεται να κρατάς τσιγάρο, βλ. κοινωνικές συναναστροφές με καπνιστές. Ή εσένα σου φαίνονταν «κακές» μέχρι πρότινος, για να δικαιολογήσεις το ότι κάθε τέταρτο δε χάνεις ευκαιρία ν'απλώνεις το ξερό σου & να βγάζεις τσιγάρο. Δε θα πω να ξεκαθαρίσεις ποιες στιγμές είναι επικίνδυνες για να τις αποφύγεις, γιατί με αυτή τη λογική παίζει να φτάσεις σε σημείο να τις αποκλείσεις όλες &, προκειμένου να μην ξεκινήσεις σαν βοήθημα διακοπής καπνίσματος το jogging (που το σιχαίνεσαι γιατί δε βρίσκεις ικανοποιητικό επιχείρημα να σε πείσει ότι μπορεί να κάνει σε'σένα κάτι καλό) θα ζητήσεις να σε δέσουν πισθάγκωνα, κατ' αναλογία με τον Οδυσσέα· οι «επικίνδυνες στιγμές» είναι οι Σειρήνες.

Αντ'αυτού θα σχολιάσω τα τέσσερα D, Distract, Delay, Deep breath, Drink water.

Το πρώτο πιάνει αν έχεις λίγο ADHD, αν όμως όχι είσαι χαμένος.
Το δεύτερο είναι κοροϊδία, αφού σε όλα είσαι μονίμως αργοπορημένος, καμία διαφορά λοιπόν.
Το τρίτο είναι αυταπάτη, απλώς ανάσαινες & τον καπνό οπότε κάνεις το ίδιο πράμα.
Το τέταρτο πάει στράφι, αφού αντί για νερό έπινα καφέ.

Αυτό που καταλαβαίνω προς το παρόν είναι ότι η προσπάθεια να κόψεις το κάπνισμα είναι μία εσωτερική πάλη που, αφ' ενός, δε διστάζει να φτάσει στα άκρα ενός άκρατου κυνισμού απέναντι στην υγεία του σώματός σου και σε όποιον υποστηρίζει τη διακοπή καπνίσματος & αφ' ετέρου μίας πολύ ύπουλης & μελετημένης αυτοϋποτίμησης των ικανοτήτων σου. Όποιο σχέδιο διακοπής & να ξεκινήσεις να εφαρμόσεις, η ουσία της εξάρτησης είναι το απολύτως ανθρώπινο: ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ! Το να μη βρίσκω τίποτα «λάθος» σε αυτό, σημαίνει ότι έχω πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει μέσα μου. Αυτό το «μου αρέσει αλλά ξέρω ότι πρέπει να το κόψω» είναι ακριβώς το δίπολο της εξάρτησης: ένας καυγάς μες στο μυαλό. & απ' όσο διαβάζω, συμβαίνει συχνά σε όσους «πρέπει» να το κόψουν αλλά «δε θέλουν».

Αυτό το στάδιο σύγκρουσης των δύο κόσμων σου,
του αγγελικού υγιούς & του διαβολικού καπνού,
είναι αναπόσπαστο κομμάτι
της πορείας προς την αλλαγή.

Περιττό να ξεκαθαρίσω πως δεν πείθουν τα «έλαα θα έχεις δροσερή αναπνοή & δε θα μυρίζουν τα ρούχα σου τσιγαρίλα» (απ' την αρχή τόνισα, άλλωστε, την απόλαυση του καπνίσματος με φρεσκοκαθαρισμένη στοματική κοιλότητα) όταν την ίδια στιγμή στον κόσμο μου η πιο γοητευτική ανάσα σε άντρα ήταν αυτή του μπλεγμένου καφέ & τσιγάρου & η πιο ξεσηκωτική μυρωδιά ήταν η ανδρική κολώνια ανακατεμένη με τσιγάρο -ποτέ το ένα χώρια απ' το άλλο. Οπότε, πώς να δώσω νόημα & σκοπό σε αυτό που προσπαθώ; Πώς να δώσω νόημα στο γιατί μου; Δυσκολεύομαι να το τηρήσω, που να πάρει, ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ. Να αλλάξω γούστα; Όχι, δε βοηθάει να παριστάνω ότι σιχαίνομαι το τσιγάρο. Ίσως πρέπει να κρατήσω την αλήθεια μου, να πω «ναι, μου αρέσει, αλλά θέλω να δω πώς & ποιος θα είμαι χωρίς αυτό». Τι ποιος θα είμαι; θέλει & ρώτημα; ένα ξενέρωτο που μυρίζει ανθρωπίλα, σάρκα με εκκρίσεις, όπως όταν πρωτοπήγα, θυμάμαι, σε μπυραρία στην Αγγλία μετά την απαγόρευση του καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους & μύριζε μπύρα! ποιος να το περίμενε! μύριζε μπύρα αντί για κάπνα!

Μέχρι τώρα, το πιο αυθεντικό που μπορώ να περιγράψω, η πιο καθαρή εμπειρία απεξάρτησης, είναι ο εσωτερικός αντίλογος που με πιέζει, με προκαλεί, με παρακαλεί, με τρομάζει και με δοκιμάζει, μόνο & μόνο για να πάρει τη δόση νικοτίνης του. Έχοντας αντέξει το πρώτο 24ωρο, έπειτα το 2ο μετά κόπων & βασάνων & τώρα, αισίως, το τρίτο, ενώ το μυαλό μου φωνάζει «άσ'το, δεν αντέχεται» γιατί ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ, υποτίθεται ότι σημαίνει πως ήδη νικάω. Τι λέμε ρε; Δεν μπορώ να το δω έτσι. Το γράφω για να το δω. Αλλά δεν το βλέπω. Είναι -λένε- οι πιο δύκολες οι πρώτες μέρες, λες & είναι έμμηνος ρύση: το παλεύεις αλλά το ξεπερνάς & μένεις όρθια -η κουρνιάζεις με κουβέρτα, big deal, ποτέιτο ποτάτο.

Έφτασα στο σημείο ενώ δουλεύω να είμαι με το χρονόμετρο ανά χείρας & να μετράω: κάθε 3λεπτο ερχόταν η σκέψη ρε! ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ κάθε 3:19 & άντε ντεμέκ ανάσα, άντε λίγο ακόμα, περνάει, ανάσα, περιμένω, λίγο ακόμα, πέρασε, αυτό ήταν, ξανά μετά στα 3:05 ανάσα, μηδενίζω το χρονόμετρο, λίγο ακόμα, πέρασε; όχι, λίγο ακόμα, περιμένω, ουφ, περνάει, πέρασε, πάλι στα 3:10, αυτό θα γίνεται κάθε φορά; ήρθε, περίμενε, περνάει, λίγο ακόμα, μηδενίζω, πέρασε, αυτό ήταν. Είναι δυνατόν; Δηλαδή σου λέει το μυαλό με τέτοια ακρίβεια: κάπνισε. θα καπνίσεις; άντε ήρθε η ώρα. θα καπνίσεις; Κοίτα επιμονή ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ.

Οι σκέψεις για τσιγάρο έρχονται σαν τα κύματα, έχουν τον δικό τους ανεξάρτητο ρυθμό να σκάνε στην ακτή του μυαλού σου & σου τρώνε το βράχο της υπομονής σου. Μόνο που αυτά τα κύματα πρέπει να τα μεταφράσεις όπως ακριβώς είναι πραγματικά: ως «επιληπτικές» εκρήξεις του συστήματος ανταμοιβής σου. Αν τις αντέξεις, το σύστημα επαναπρογραμματίζεται, εκπαιδεύεται ξανά, εκ του μηδενός, στο να μη χρειάζεται τη νικοτίνη για να επιβιώσει. Μαθαίνει να υψώνει άμυνα στην ψευδαίσθηση. Σε καταρρακώνει, βέβαια, που συνειδητοποιείς ότι ζούσες μέσα σε αυτή τόσα χρόνια, που το γούσταρες που να πάρει ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ αλλά κάθε φορά που δεν καπνίζεις ενώ το θέλεις, σπας την εξάρτηση.

Λίγο τη φορά. Λίγο ακόμα.
Το πιστεύεις;
Έστω & λίγο; 

Έχω επαναστατήσει.
Το ξέρω;
Είμαι μέσα στη μάχη.
Ήδη αρχίζω να αναγνωρίζω το τέρας.
Έμαθα να βασίζομαι σ’ αυτό για να νιώθω εντάξει.
Τώρα λέω Όχι.
Θα μάθω ξανά να νιώθω.

Είναι δύσκολο να πρέπει να μάθεις να μάχεσαι μόνος σου για να βρεις την ισορροπία χωρίς τη νικοτίνη. Την ίδια στιγμή που φέρεσαι να έχεις δύο μυαλά: ένα που θέλει να κρατήσει τη συνήθεια & ένα που ζητά ελευθερία. Το λειτουργικό σύστημα του εγκεφάλου είναι φτιαγμένο για να σε κρατάει «ζωντανό», όχι απαραίτητα ευτυχισμένο. Έχει λογική παλαιάς κοπής: «Ααα! αυτό το γεμιστό χάρτινο κυλινδράκι σου έδωσε ντοπαμίνη; τέλεια! μην το αλλάξεις ποτέ! το κρατάμε & το επαναλαμβάνουμε για πάντα μέχρι να φτύσεις αίμα -κυριολεκτικά μ@λάκα μου». Εκεί που το κακολογείς το μυαλό, όμως, ανασκευάζεις & βλέπεις καθαρά: δεν είναι κακό, έχει απλώς παρωχημένο software· ουσιαστικά, έχει μάθει να επιζητά την άμεση ανταμοιβή, άπαξ & την βιώσει· γουστάρει να βολεύεται, αποφεύγει να αγχώνεται & θα κάνει το παν για να μην εγκαταλείψεις την κακιά συνήθεια· θέλει να νιώθει ασφαλές· βλέπει την αποχή σου από το κάπνισμα ως απώλεια, όχι σαν «θεραπεία» του εαυτού σου.

Αν το καταλάβεις μπορείς να το ξεγυμνώσεις.

Φυσικά & θα σε γυροφέρνει το τσιγάρο & θα σου φωνάζει & θα απαιτεί & θα σου σφυρίζει συνθηματικά & προκλητικά & πονηρά όταν εσύ πας συνειδητά να το κόψεις. Παθαίνει πανικό, δε θέλει να σε χάσει από θύμα. Αυτό μπορεί, αυτό κάνει. Αντιστέκεται. Κινείται, λοιπόν, επιδέξια για να επιβιώνει, με το να σε δοκιμάζει. Έχει αναπτύξει τέτοιο αλφαδιασμένο μηχανισμό αυτό-δικαιολόγησης & αυτό-συντήρησης που του επιτρέπει να σου προκαλεί αφόρητη δυσφορία για να μην το εγκαταλείψεις. Αυτό ζεις ακριβώς τώρα. Το πιστεύεις; Ζεις τον εθισμό που σπάει. Διδάσκεις στο μυαλό σου ότι δεν έχει ανάγκη το τσιγάρο. Του διδάσκεις να μη φοβάται. Όπως είχε πει & ένας σοφός:

«Μάθαμε να μη φοβόμαστε το φόβο που μας προκαλεί ο φόβος ποτέ πια.»

(Squarepants, Spongebob; S11E05)

Κατάλαβες λίγο, λοιπόν;
Είδες που αν το καταλάβεις μπορείς να το ξεγυμνώσεις;

Κατ’ αρχάς & μόνο ότι το διαπραγματεύεσαι μέσα σου, αυτό δείχνει ότι αποστασιοποιείσαι. Το γεγονός ότι κάθεσαι & το παρατηρείς, ότι κάνεις διάλογο, αυτό & μόνο είναι το πρώτο βήμα της απελευθέρωσης.

Ποτέ μην αισθανθείς ότι υπερβάλλεις όταν κάτι το βιώνεις για πρώτη φορά. Μέχρι τώρα δεν συνειδητοποιούσες ότι οι αισθήσεις σου ήταν μαγκωμένες. Τώρα ανακαλύπτεις ότι οι ανάσες σου εν ηρεμία μπορούν να έχουν μικρότερη συχνότητα από πριν. Τώρα ανακαλύπτεις την πραγματική μυρωδιά του ασανσέρ στην οικοδομή του σπιτιού σου, την αληθινή γεύση εκείνης της καραμέλας για το λαιμό, τη γεύση του νερού, την αληθινή αίσθηση της αναμονής χωρίς να έχεις αυτό το διάολο στο στόμα σου. Επίσης ανακαλύπτεις ένα περίεργο καινούργιο τύπο πονοκεφάλου -είναι λένε σύνηθες χαρακτηριστικό οι πονοκέφαλοι- θα είναι άραγε στο εξής έτσι η αίσθηση του πόνου; Τόσο άμεση, διαυγής; Σε αυτή τη μάχη θα μάθεις ακόμα & ότι δεν είσαι αδύναμος. Είσαι άνθρωπος που βρέθηκε στο κέντρο ενός εξαιρετικά οργανωμένου νευροχημικού μηχανισμού εξαπάτησης, τον οποίο ο εγκέφαλός σου έμαθε να θεωρεί «φυσιολογικό».

Βλέπεις τι μάχη δίνεις;
Οπότε, μη μου το ωραιοποιείς. Πες το ωμά:

Αυτό το γ@μοδιάστημα, το γ@μομυαλουδάκι που σου'χει απομείνει έχει συνηθίσει ότι νικοτίνη ίσον ανακούφιση. Αυτό ξέρει, αυτό εμπιστεύεται. Όταν εσύ πας & του τηνε κόφτεις, βαρά συναγερμό, λέει: ώπα;! κάτι λείπει! πού'ντο; δώσ'το τώρα! ακόμα; άντε! Για να αντέξεις το γ@μονευρόσπασμα, προσπαθείς να ξεχαστείς αλλά εκείνο επιμένει. Μετά, όταν βλέπει ότι αποτυγχάνει, χτυπάει στο φιλότιμο, λέει: έλα σιγά, ένα μόνο δεν πειράζει, αξίζει να ζορίζεσαι τόσο πολύ αφού δεν αντέχεις; Βλέπεις τι μπαγαποντιές πάει & σκαρφίζεται το γ@μήδι; Σου λέει, κάτσε να σε τσιγκλίσω λίγο, να δω τι κότσια έχεις, αφού δε βλέπω να υποτάσσεσαι όπως πριν. Είναι σα να σε τιμωρεί που δεν το υπακούς. Το παράξενο κλειδί της υπόθεσης; Το τσιγάρο δε σε χαλάρωνε πραγματικά· απλώς σου έσβηνε τα συμπτώματα στέρησης που το ίδιο δημιούργησε νωρίτερα! Κουλό έτσι; Σα να ρίχνεις νερά στο δάπεδο, να τα μαζεύεις με τη σφουγγαρίστρα & μετά, αντί να τα αδειάζεις με τον κουβά στο σιφώνι, να στύβεις τη σφουγγαρίστρα στο πάτωμα για να τα ξανα-μανα-σφουγγαρίσεις. Σαν ένα αιώνιο εκούσιο μαρτύριο.

Η πορεία του φαύλου κύκλου του εθισμού: ξεκινάς να καπνίζεις, παίρνεις νικοτίνη, ο εγκέφαλος «ηρεμεί» (θα έλεγα υπνωτίζεται) γιατί του έδωσες αυτό που του λείπει. Περνάνε λίγες ώρες, τα επίπεδα νικοτίνης μειώνονται, αρχίζει να σε τσιγκλάει με άγχος, έλλειψη συγκέντρωσης, εκνευρισμό ή υποτονικότητα. Καπνίζεις ξανά, «στανιάρεις» & ανακουφίζεσαι προ-σω-ρι-νά! Γιατί στην πραγματικότητα, όταν αίρεις το στερητικό σύνδρομο μέσω του τσιγάρου, γιγαντώνεις τον εθισμό & το ίδιο το στερητικό σύνδρομο γίνεται έπειτα εντονότερο. Δηλαδή, δεν καπνίζεις για να νιώσεις καλύτερα, αλλά για να σταματήσεις να νιώθεις χάλια από τη στέρηση νικοτίνης. Τι δεν καταλαβαίνεις; Πιο εθισμός πεθαίνεις!

Μικρή Αλήθεια no. 1:
Αυτά τα 3λεπτα, τα «ήρθε», «περνάει», «λίγο ακόμα», «πέρασε», «λίγο ακόμα», «έφυγε», ήταν το πιο δυνατό που έχω ζήσει σε αυτήν τη διαδικασία. Θα μείνει ανεξίτηλη αυτή η προσπάθεια. Συν το να έχεις χειρόγραφα που περιλαμβάνουν «..πρόσβαση σε αρχεία κανονισμών ασφάλειας εργαζομένων θέλω τσιγάρο οκ μου έφυγε, λίγο ακόμα, περνάει, ουφ, τέλος, περιλαμβάνει τους απαγωγούς για το τμήμα συντήρησης του παλαιού κτιρίου, θέλω τσιγάρο, πάλι γ@μώ, φεύγει, έφυγε» νομίζω πως, μετά από κάποια χρόνια, εκτός από αδιάσειστες αποδείξεις της προσπάθειάς σου, θα το βρίσκεις λίγο αστείο. Which kinda is.

Μικρή Αλήθεια no. 2:
Κανείς δεν κόβει το κάπνισμα επειδή «πρέπει». Οι άνθρωποι το κόβουν, όταν καταλάβουν ότι δεν υπάρχει αληθινός λόγος για να το υπερασπίζονται. Όταν δεις το μυαλό σου να αμύνεται σε αυτό που του υπαγορεύεις, τότε ξέρεις ότι η εξάρτηση αρχίζει να χάνει έδαφος.

Μικρή Αλήθεια no. 3:
Σε όλο το κείμενο, μέχρι να δημοσιευτεί, υπήρχαν διάσπαρτες οι λέξεις «θέλω τσιγάρο» αλλά αφαιρέθηκαν για λόγους οικονομίας χώρου & ευληψίας του νοήματος συνολικά. Φυσικά, θα μου πείτε, σιγά, ποσώς θα μετρούσε η επανάληψη μιας φρασούλας δύο λέξεων μες στο 2χίλιαρο σε λέξεις σεντόνι, αλλά, πιστέψτε με, δε μιλάμε για ανεπαίσθητο αριθμό επαναλήψεων.

Μικρή Αλήθεια no. 4:
Δυστυχώς, ήθελα το τσιγάρο για να σκεφτώ. & όταν σκεφτόμουν κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να παίξω μουσική. & όταν έπαιζα κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να μην πεινάω. & όταν πεινούσα κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να χωνέψω. & όταν είχα σκάσει κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να παρηγορηθώ. & όταν λυπόμουν κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να χαρώ. & όταν χαιρόμουν κάπνιζα.

Εμείς πάμε τώρα να σπάσουμε αυτόν τον αλγόριθμο.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

Πόλεμος πυ-ρη-νι-κός!

Φολκλόρ. Κιτς. Μπουζουκίλα. Η αγία τριάδα στη μυσταγωγία των πανηγυριών. Και σήμα κατατεθέν το echo delay, εκεί όπου η φωνή φεύγει, επιστρέφει, ξαναφεύγει & ηλεκτρίζει μαζί εσένα & τη μικροφωνική εγκατάσταση που βραχνιάζει μεταμεσονύκτια. Αν έχεις πάει σε πανηγύρι & δεν έχεις ακούσει τη λέξη «αγάαααπηηη πηηη πηηη πηη πη» να σκάει σε πέντε διαφορετικά ηχεία με καθυστέρηση 0,8 δευτερολέπτων & υπόκωφο πάθος που κάνει αντίλαλο μέχρι τη βρύση του χωριού, τότε μη συνεχίσεις το διάβασμα παρακάτω. Γιατί αυτό ανήκει στο βασικό κεφάλαιο της βίβλου του πανηγυριού. Αν δεν τρίζουν τα πλαστικά ποτήρια με ρετσίνα πάνω στο χαρτοτραπεζομάντηλο, δε ζεις τη δραματοποίηση επιπέδου λαϊκής τραγωδίας.

Όσοι/ες από εσάς είστε μύστες, θα ξέρετε σίγουρα ότι στα καραμπινάτα πανηγύρια γίνεται... πόλεμος πυ-ρη-νι-κόοος! Αυτή η φράση δε θα μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άλλον παρά στον πιο καλτ σύγχρονο παναγυριάρικο ραδιοφωνικό παραγωγό, θρυλικό για το στυλ της εκφώνησης & της λαϊκής τρέλας & υπερβολής, τον επικό Blackman. Το vibe που σου μετέφερε ήταν λες & βρισκόσουν ήδη πρώτο τραπέζι & είχες κατεβάσει το πρώτο χλιαρό μπυρόνι την ώρα που δεν είχε προλάβει ακόμα να στερεοποιηθεί το λιπάκι που έσταζε απ' τη γουρνοπούλα στη λαδόκολλα.


Τα πανηγύρια είναι γλέντι εγγυημένο.
-Μόνο που...
-Μόνο που τι ρε Κωνσταντίνε;

Μόνο που εγγυητές είναι μία
σκιώδης βιομηχανία «καλλιτεχνικής μπίζνας»,
όπου πολιτιστικοί, αθλητικοί
& κάθε λογής άλλοι σύλλογοι
σε χωριά & κωμοπόλεις λειτουργούν ως
διοργανωτές-χορηγοί-φορείς-άλλοθι
του κάθε λαϊκογλεντιού,
από Γιορτή Βραστής Μελιτζάνας Φλάσκας
μέχρι Κολοπετινιτσιώτικο Αντάμωμα.


Σύμφωνα με φίλο που έχει φάει τα πανηγύρια με το κουτάλι (& τη γκιόσα με το πιρούνι), οι πανηγυριώτικες κλαρινοβραδιές με ντέφι & γαρύφαλλα κάνουν επιτυχία γιατί η είσοδος μπορεί να ξεκινάει από 3ευρο αλλά τα μαύρα πάνε σύννεφο -πιο πιθανό είναι ν' ακούσεις live τη Φουρέιρα σε χωριό του Μαινάλου παρά να πετύχεις POS στην είσοδο. Και ποτέ μην αμφισβητείς αυτούς τους φίλους με βαθιές εμπειρίες χωμάτινου παρκαρίσματος. Απλώς δε θα αποκαλύψουμε ποιος μας το είπε γιατί αγαπάμε τα πανηγύρια & δε θέλουμε να μας κλείσουν την πόρτα στη γκιόσα. Όσο για τη bonus πραγματικότητα; το πραγματικό εισόδημα των τραγουδιστών είναι σαν τα φαντάσματα: όλοι μιλάνε γι' αυτό αλλά κανείς δεν το έχει δει.


Δε θα ήταν όμως πλήρες το αφιέρωμα στην εμπειρία των πανηγυριών αν δεν στεκόμασταν & λίγο να χαζέψουμε στους πάγκους, που είναι από μόνοι τους η μικρογραφία του ελληνικού σουρεαλισμού. Όχι πέστε μου, δεν αξίζει δική του παράγραφο το μίνι πολυκατάστημα χωρίς ταμειακή που είναι ταυτόχρονα ψιλικατζίδικο, παιχνιδάδικο, κοσμηματοπωλείο; Γιατί αυτό είναι το απαύγασμα της θρησκευτικής εμποροπανήγυρης: εκεί που βλέπεις κομποσκοίνια, εικόνες & λιβάνια, να 'σου & το ζεβρέ κολάν & τα fidgets με ledάκια. Εκεί που βλέπεις π
ορτοφόλια Louis Vouton με μυρωδιά καμμένου πλαστικού, να 'σου & τα στριγκάκια δίπλα σε εικόνες του Αγίου Νεκταρίου. Όλα κοστίζουν 1 ευρώ, εκτός από εκείνα που κάνουν 5. Αν δεν είναι αυτό κερδοφόρα επιχειρηματική πρόταση για startup τότε εγώ να βάλω σαγιονάρα με κάλτσα. 

Και ναι. Τα πανηγύρια είναι τα ίδια κάθε χρόνο, οι ίδιες σπασμένες καρέκλες, το λαμέ λουλουδάτο φόρεμα με στρασάτο ντεκολτέ. Αλλά είναι & ο χορός του πιωμένου παππού που δεν καταλαβαίνει τίποτα από φόρους & ΦΠΑ, είναι το χωριό που το καλοκαίρι γεμίζει νέους, ζωή. Δεν αρνιόμαστε το κιτς & τη σαβουροσαπίλα. Έχει την τρόπο της να μας κάνει να την αποδεχόμαστε. Και να τη χορεύουμε. Και -όσο μπορούμε- θα είμαστε εκεί. Γιατί, άμα δεν πάμε εμείς να φάμε τη λουκανικιά τη χωριάτικη τη βέρα στο προαύλιο του παλιού δημοτικού σχολείου με τα γλομπάκια να κρεμώνται από πάνω, ποιος θα πάει; Οι τουρίστες;


(Φωτο-Πηγή: Kalavryta news)

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Μην ενοχλείτε!

Άρχισε ξανά η πολύτιμη & πολυπόθητη ελληνική σεζόν του καλοκαιριού & μαζί της -σαν τα καλομαθημένα τζιτζίκια- οι γνωστές φωνές των πολιτικών & των πιστών τους σχολιαστών.
Με αφορμή πρόσφατο άρθρο (imerodromos.gr), με αναφορά στην εν συντομία καλοκαιρινή πολιτική του «..να ενθαρρύνουμε τους Έλληνες να ταξιδεύουν & σε λιγότερο γνωστούς προορισμούς & εκτός περιόδου αιχμής» (την οποία πολιτική προσέγγιση νιώθεις σαν αυτό το γνώριμο 9 μποφόρ καυτό αεράκι-ανακατεμένο-με-άμμο που φυσάει στα μούτρα σου ανελέητα από τα στούντιο της ενημέρωσης), αλλά & την περσινή «πατριωτική αγωνία» (mikropragmata.lifo.gr) να μην ενοχλήσουμε τη διαμονή των τουριστάκων απ' όξω, αναρωτιέμαι:

Ποιος ακριβώς Έλληνας; αυτός που αν είναι να φύγει για καλοκαιρινές διακοπές, μόνο τον Αύγουστο μπορεί, γιατί τότε κλείνει η εταιρεία του; Το αφήγημα είναι διατυπωμένο λες & έχουμε όλοι απεριόριστη ευελιξία, χρόνο & χρήμα. Το τρίπτυχο του νεοτουριστικού φιλελευθερισμού: Πήγαινε όπου θες, όποτε θες -αρκεί να μην ενοχλείς.



Όμως αυτό που ενοχλεί κατά βάση είναι η αλήθεια:
Ο εσωτερικός τουρισμός δεν τίθεται σε προτεραιότητα.


Ο ξένος τουρίστας «τα ακουμπάει», ο ντόπιος όχι.
Ο ξένος τουρίστας «επενδύει», ο ντόπιος «καταλαμβάνει χώρο».
Ο ξένος τουρίστας είναι «ποιοτικός επισκέπτης» (& του ορθού τα εννιάημερα), ο ντόπιος είναι «λαϊκός εισβολέας».
Ο ξένος τουρίστας είναι καλοδεχούμενος, ο ντόπιος είναι ανεκτός -& αν.
Ο ξένος τουρίστας είναι «στόχος της στρατηγικής ανάπτυξης», ο ντόπιος είναι «αγκάθι της αυγουστιάτικης ζήτησης».

Γιατί αν δεν κάνεις μπάνιο παραγγέλνοντας τρία μοχίτο δεν είσαι σωστός πελάτης, δεν καταναλώνεις, δεν «αξιοποιείς» το ελληνικό προϊόν. Η τουριστική πολιτική θέλει τον οικονομικά ανεπαρκή να μείνει στο δυαράκι του αυγουστιάτικα, να κρεμάει το εμπριμέ σεντόνι με ξηλωμένο γαζί στα κάγκελα του μπαλκονιού, να βλέπει το δελτίο από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα, να τρώει γεμιστά με φέτα από το ταψί που του 'ψησε η μάνα του, να φυσάει ο ανεμιστήρας το ζεστό καλοκαιρινό τίποτα επάνω του.

Και μετά από τη γλαφυρή εικόνα -στην οποία 'ντωμεταξύ δε βρίσκω καμία αναντιστοιχία με την πραγματικότητα- ας επανέλθουμε στην απλούστατη, καλογραμμένη, επικοινωνιακά σερβιρισμένη & κομψοτάτη προτασούλα: «να ενθαρρύνουμε τους Έλληνες να επισκέπτονται εναλλακτικούς, λιγότερο τουριστικούς, ήσυχους προορισμούς τον κλασσικό -& τετριμμένο θα 'λεγε κανείς- Αύγουστο». Καλέ, αλίμονο, καλέ! μην τους παρεξηγήσετε, απλώς νοιάζονται για την ξεκούρασή μας, μη στριμωχτούμε, μην αγχωθούμε, γιατί, ξέρετε τώρα μωρέ, όλο το χρόνο τρώμε το αγγούρι με δουλειά & φόρους, ε τώρα μας λένε άμε να ξεκουραστείτε. Αλλά σιωπηλά. Μακριά. Εκτός θέας.

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να ευσταθεί μία τέτοια πρόταση για τον εξαντλημένο υπερεργαζόμενο, υποχρεωτικά αδειούχο τον Αύγουστο, τον οικονομικά στραγγισμένο οικογενειάρχη με 800άρι καθαρό, τον άνεργο με τους απλήρωτους λογαριασμούς που τον παροτρύνουν να πάει σε «μη κορεσμένους προορισμούς» λες & είναι Erasmus; Η πρόταση αυτή είναι φτιαγμένη για πολίτες άλλης χώρας, με άλλες συνθήκες καθημερινής ζωής, όχι για εκείνον που μετράει τα ρέστα για ένα εισιτήριο ΚΤΕΛ. Οι δέκα μέρες διακοπών του χαμηλόμισθου χωρίς την ευγενέεεστατη συγκατάθεση πολιτικών & τηλε-πολιτικών είναι σχεδόν πράξη ανταρσίας: μα να τολμήσει να πατήσει σε νησί χωρίς all-inclusive; να φάει πιτόγυρο αντί για tapas fusion seafood platter; να απλώσει πετσέτα χάμω δίπλα στον τουριστούλη με το 3k πακέτο διακοπών; να θρονιαστεί σε παραλία & μην πάει σε κάποια ξερή πλαγιά της ορεινής Αρκαδίας; Να πάει στο χωριό του! να κάθεται στην άσπρη πλαστική καρέκλα που 'χει αρχίσει να αποσυντίθεται απ' τον ήλιο & αφήνει μικρομόρια πλαστικού στις ιδρωμένες κλειδώσεις & να βρίσκει εκεί χώρο να «ανακαλύπτει νέους προορισμούς» -δηλαδή το ρέμα στην άκρη του χωριού που παίζει ο ξάδερφός του ο Τάκης μπουζούκι το βράδυ. Να κάνει πράσινο τουρισμό. Να πει κι ευχαριστώ.

Ποιος σας είπε κύριέ-μου-κυρία-μου-δεσποινίς-μου-δεν-ξέρω-τελοσπάντων-τι-είστε, πως έχετε το δικαίωμα να αποθαρρύνετε τον ντόπιο τουρίστα να απολαύσει τις διακοπές του στο διάστημα που εκείνος επιθυμεί & έχει δυνατότητα, επειδή ξοδεύει λιγότερα σε σύγκριση με τους ξένους; Να παραχωρήσει δηλαδή τις περιοχές που θα του προσφέρουν την άνεση & την ψυχαγωγία που έχει ανάγκη, αποσυρόμενος από αυτά που έχει ο ίδιος πληρώσει τους υπόλοιπους μήνες με το κρατικό χρήμα που συνεισφέρει για να αναπτυχθούν οι υποδομές της χώρας; Δρόμοι, μαρίνες, βιολογικοί καθαρισμοί, λιμάνια, παραλίες με μπλε σημαιούλες.


Αντί να τον ενισχύσεις, να του δώσεις κίνητρο για το αυτονόητο,
υπαινίσσεσαι ότι του «κάνεις χάρη»
να μην ταλαιπωρηθεί ανάμεσα στο τουρισταργιό
λέγοντάς του «να φύγετε κύριε, να πάτε αλλού».



Γιατί όμως το θέμα αυτό εμφανίζεται μόνο το καλοκαίρι; Γιατί δε ζητάνε το ίδιο το χειμώνα; Γιατί δε λένε με την ίδια θέρμη: «ελάτε να δείτε τα χωριά του Έβρου»; Το Γενάρη κανείς δε βγαίνει να μας πει «μην πάτε Παρνασσό & Ζαγόρι, θα έχουμε Αυστριακούς να κάνουν ski & hiking». Η συζήτηση αρχίζει μόνο όταν απειλείται η τουριστική χρυσή περίοδος, του καλοκαιριού στην Ελλάδα, με την παρουσία... των ίδιων των Ελλήνων! Νά πώς ιεραρχείται οικονομικά & η παραθέριση: όποιος πληρώνει πιο πολύ, δικαιούται παραπάνω χώρο. Όσο πιο πολλά δίνει τόσο πιο καλοδεχούμενος είναι. Και να γιατί όταν έρχεται η εποχή  των πεντάστερων τότε ξαφνικά η παρουσία των ντόπιων γίνεται πρόβλημα. Διότι δεν είναι θέμα εξορθολογισμού του τουρισμού, εδώ αμφισβητείται το ποιος αξίζει να απολαμβάνει τον ήλιο & τη θάλασσα (όταν έχει διάθεση χρόνου & μπορεί).

Από τους Έλληνες οι μισοί δε θα πάνε διακοπές φέτος, καθαρά λόγω κόστους (cnn.gr/ellada/story/dimoskopisi-alco). Αν λοιπόν στους άλλους μισούς που θα πάνε, τους λες & πότε & πού να μην πάνε, τότε τι απομένει; Η βεράντα, η παντόφλα & η σκέψη ότι η χώρα που ζουν είναι όμορφη οπουδήποτε -απλώς τους δίνεις χρονοδιάγραμμα για το τι & πότε επιτρέπεται να δουν από κοντά με ελεύθερη βούληση. Σαν να έχουν εφ' όρου ζωής συνδρομή σε πολιτικό πακέτο θερινών διακοπών, συγκεκριμένων όρων & προϋποθέσεων.


Η τουριστική Ελλάδα είναι πλέον για να πουλιέται, όχι για να βιώνεται.
Η ελεύθερη επιλογή για το πού θα ξεκουραστεί ο ντόπιος,
πότε θα δει το Αιγαίο,
πώς θα ζήσει τη χώρα του,
γίνεται πλέον αντικείμενο διαχείρισης & ποιοτικού διαχωρισμού.



*Είτε πας διακοπές είτε όχι,
είτε βρεθείς από επιλογή ή από ανάγκη
σε νησί, σε βουνό ή στο μπαλκόνι σου με ανεμιστήρα,
να μη διστάσεις να απλώσεις την πετσέτα σου
εκεί που σου λένε ότι «δε χωράει».
Όχι από πείσμα, αλλά γιατί χωράς.
Απλώς κάποιοι βολεύονται να το ξεχνάς.