«Ξημέρωσε. Έλα, σήκω. Στο δρόμο για το μπάνιο κάνε την καθιερωμένη
παρακαμψούλα προς κουζίνα ν' ανάψεις την καφετιέρα & να ελέγξεις αν το
πακέτο είναι αφημένο αποβραδίς δίπλα. Τσεκάρεις πόσα σου έμειναν για να
υπολογίσεις το πρόγραμμα των πρώτων ωρών της ημέρας. Σκέφτεσαι ότι, αν τελειώνουν, δεν
μπορεί, θα βρεις μες στη μέρα τρόπο & χρόνο να βγεις να πάρεις. Αλλιώς... έχει ο καπνός. Κυριολεκτικά. Ξερός σαν άχυρο, ξεχασμένος στο συρτάρι προ μηνών,
παραμένει εκεί για να σου υπενθυμίζει το πόσο χαμηλά μπορείς να πέφτεις για να
ψευδοαυτοϊκανοποιηθείς, να ταΐσεις την έλλειψη αυτοσεβασμού σου καπνίζοντας κάτι
που σου ζεματάει ρινοφάρυγγα σε κάθε ρουφηξιά. Μέχρι να τα σκεφτείς όλα αυτά,
έχεις επιστρέψει πάλι στην κουζίνα, έχεις ήδη ετοιμάσει τον καφέ &, με
φρεσκοβουρτσισμένα δόντια & δροσερή αναπνοή, καπνίζεις.»
Αλλά όλα αυτά, μέχρι προχθές, bitchez. Εεεεμ... καλά, γελάω. Είδα κι έπαθα μέχρι να φτάσω στο τρίτο 24ωρο χωρίς αναμμένο τσιγάρο -όχι στα χείλη, ούτε στα δάχτυλα! Γιατί το ΄χω ακούσει & αυτό, μάλιστα! να το ανάβεις & μετά να το σβήνεις, στα πλαίσια του να προσπαθείς να βρεις νέους δημιουργικούς & ευφάνταστους τρόπους διακοπής καπνίσματος που να κεντρίζουν το ενδιαφέρον -το δικό σου, γιατί τους άλλους δεν τους πείθεις απλά & μόνο επειδή τους είπες «αα εμένα με έσωσε!» ή «μόνο αυτό πιάνει» ή «άκου που σου λέω!». Ο καθένας προσπαθεί να αναπτύξει τις δικές του μεθόδους, προσαρμοσμένες στις ανάγκες & συνήθειές του: άλλος μαχαίρι & άλλος με τερτίπια.
Είδα & έπαθα & παθαίνω. Δεν το περηφανεύομαι. Γιατί η αλλαγή για να συντελεστεί μέσα σου θέλει χρόνο -λένε. Διάθεση για αλλαγή δεν υπάρχει. Με το ζόρι το κόβω. Δέκα χρόνια τώρα & βάλε δήλωνα φανατική καπνίστρια. Ναι, αλίμονο αν δεν ξέραμε τις βλαβερές συνέπειές του. Αλλά ποσώς ενδιαφέρουν έναν τακτικό καπνιστή αυτές οι εικόνες στα πακέτα. Τις βλέπει μελό, φτάνει σε σημείο να τις σατιρίζει προκειμένου να μην φτάσει στο σημείο να πειστεί να ξεκινήσει τη διαδικασία διακοπής.
Ο εθισμός είναι
οξύμωρος:
Πιστεύεις ότι
κάνει όντως κακό,
ωστόσο δεν
κάνεις τον κόπο να σταματήσεις.
Όταν αισθάνεσαι
έτσι, τότε ξέρεις ότι
βρίσκεσαι στον
πυρήνα του εθισμού.
Συχνά νιώθεις ντροπή να
μοιραστείς την μετέπειτα προσπάθειά σου να διακόψεις. Ίσως γιατί φοβάσαι να
αποτύχεις ή γιατί σε έχουν κρίνει πολλές φορές στο παρελθόν για τη συνήθειά σου
ή επειδή απέτυχες σε προηγούμενες προσπάθειες. Εδώ, όμως, έρχεται αβίαστα το
κλισεδιάρικο «η αποτυχία δεν είναι ντροπή» & κριντζάρεις που το σκέφτεσαι
& νιώθεις πιο αποτυχημένος & από την τελευταία άκαρπη προσπάθεια
διακοπής.
Λένε ότι η τάση για κάπνισμα εντείνεται όταν ζεις τις ίδιες στιγμές που σου προκαλούν αυτό το trigger. Το κακό είναι ότι μέσα στην ημέρα υπάρχουν πολλές τέτοιες «κακές στιγμές» βλ. δουλειά, όπου τα χέρια σου δεν είναι απασχολημένα με τέτοιο τρόπο που να σου αποτρέπεται να κρατάς τσιγάρο, βλ. κοινωνικές συναναστροφές με καπνιστές. Ή εσένα σου φαίνονταν «κακές» μέχρι πρότινος, για να δικαιολογήσεις το ότι κάθε τέταρτο δε χάνεις ευκαιρία ν'απλώνεις το ξερό σου & να βγάζεις τσιγάρο. Δε θα πω να ξεκαθαρίσεις ποιες στιγμές είναι επικίνδυνες για να τις αποφύγεις, γιατί με αυτή τη λογική παίζει να φτάσεις σε σημείο να τις αποκλείσεις όλες &, προκειμένου να μην ξεκινήσεις σαν βοήθημα διακοπής καπνίσματος το jogging (που το σιχαίνεσαι γιατί δε βρίσκεις ικανοποιητικό επιχείρημα να σε πείσει ότι μπορεί να κάνει σε'σένα κάτι καλό) θα ζητήσεις να σε δέσουν πισθάγκωνα, κατ' αναλογία με τον Οδυσσέα· οι «επικίνδυνες στιγμές» είναι οι Σειρήνες.
Αντ'αυτού θα σχολιάσω τα τέσσερα D, Distract, Delay, Deep breath, Drink water.
Το πρώτο πιάνει αν έχεις λίγο
ADHD, αν όμως όχι είσαι χαμένος.
Το δεύτερο είναι κοροϊδία,
αφού σε όλα είσαι μονίμως αργοπορημένος, καμία διαφορά λοιπόν.
Το τρίτο είναι αυταπάτη,
απλώς ανάσαινες & τον καπνό οπότε κάνεις το ίδιο πράμα.
Το τέταρτο πάει στράφι,
αφού αντί για νερό έπινα καφέ.
Αυτό που καταλαβαίνω προς το παρόν είναι ότι η προσπάθεια να κόψεις το κάπνισμα είναι μία εσωτερική πάλη που, αφ' ενός, δε διστάζει να φτάσει στα άκρα ενός άκρατου κυνισμού απέναντι στην υγεία του σώματός σου και σε όποιον υποστηρίζει τη διακοπή καπνίσματος & αφ' ετέρου μίας πολύ ύπουλης & μελετημένης αυτοϋποτίμησης των ικανοτήτων σου. Όποιο σχέδιο διακοπής & να ξεκινήσεις να εφαρμόσεις, η ουσία της εξάρτησης είναι το απολύτως ανθρώπινο: ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ! Το να μη βρίσκω τίποτα «λάθος» σε αυτό, σημαίνει ότι έχω πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει μέσα μου. Αυτό το «μου αρέσει αλλά ξέρω ότι πρέπει να το κόψω» είναι ακριβώς το δίπολο της εξάρτησης: ένας καυγάς μες στο μυαλό. & απ' όσο διαβάζω, συμβαίνει συχνά σε όσους «πρέπει» να το κόψουν αλλά «δε θέλουν».
Αυτό το στάδιο
σύγκρουσης των δύο κόσμων σου,
του αγγελικού υγιούς & του διαβολικού καπνού,
είναι
αναπόσπαστο κομμάτι
της πορείας προς
την αλλαγή.
Περιττό να ξεκαθαρίσω πως δεν πείθουν τα «έλαα θα έχεις δροσερή αναπνοή & δε θα μυρίζουν τα ρούχα σου τσιγαρίλα» (απ' την αρχή τόνισα, άλλωστε, την απόλαυση του καπνίσματος με φρεσκοκαθαρισμένη στοματική κοιλότητα) όταν την ίδια στιγμή στον κόσμο μου η πιο γοητευτική ανάσα σε άντρα ήταν αυτή του μπλεγμένου καφέ & τσιγάρου & η πιο ξεσηκωτική μυρωδιά ήταν η ανδρική κολώνια ανακατεμένη με τσιγάρο -ποτέ το ένα χώρια απ' το άλλο. Οπότε, πώς να δώσω νόημα & σκοπό σε αυτό που προσπαθώ; Πώς να δώσω νόημα στο γιατί μου; Δυσκολεύομαι να το τηρήσω, που να πάρει, ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ. Να αλλάξω γούστα; Όχι, δε βοηθάει να παριστάνω ότι σιχαίνομαι το τσιγάρο. Ίσως πρέπει να κρατήσω την αλήθεια μου, να πω «ναι, μου αρέσει, αλλά θέλω να δω πώς & ποιος θα είμαι χωρίς αυτό». Τι ποιος θα είμαι; θέλει & ρώτημα; ένα ξενέρωτο που μυρίζει ανθρωπίλα, σάρκα με εκκρίσεις, όπως όταν πρωτοπήγα, θυμάμαι, σε μπυραρία στην Αγγλία μετά την απαγόρευση του καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους & μύριζε μπύρα! ποιος να το περίμενε! μύριζε μπύρα αντί για κάπνα!
Μέχρι τώρα, το πιο αυθεντικό που μπορώ να περιγράψω, η πιο καθαρή εμπειρία απεξάρτησης, είναι ο εσωτερικός αντίλογος που με πιέζει, με προκαλεί, με παρακαλεί, με τρομάζει και με δοκιμάζει, μόνο & μόνο για να πάρει τη δόση νικοτίνης του. Έχοντας αντέξει το πρώτο 24ωρο, έπειτα το 2ο μετά κόπων & βασάνων & τώρα, αισίως, το τρίτο, ενώ το μυαλό μου φωνάζει «άσ'το, δεν αντέχεται» γιατί ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ, υποτίθεται ότι σημαίνει πως ήδη νικάω. Τι λέμε ρε; Δεν μπορώ να το δω έτσι. Το γράφω για να το δω. Αλλά δεν το βλέπω. Είναι -λένε- οι πιο δύκολες οι πρώτες μέρες, λες & είναι έμμηνος ρύση: το παλεύεις αλλά το ξεπερνάς & μένεις όρθια -η κουρνιάζεις με κουβέρτα, big deal, ποτέιτο ποτάτο.
Έφτασα στο σημείο ενώ δουλεύω να είμαι με το χρονόμετρο ανά χείρας & να μετράω: κάθε 3λεπτο ερχόταν η σκέψη ρε! ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ κάθε 3:19 & άντε ντεμέκ ανάσα, άντε λίγο ακόμα, περνάει, ανάσα, περιμένω, λίγο ακόμα, πέρασε, αυτό ήταν, ξανά μετά στα 3:05 ανάσα, μηδενίζω το χρονόμετρο, λίγο ακόμα, πέρασε; όχι, λίγο ακόμα, περιμένω, ουφ, περνάει, πέρασε, πάλι στα 3:10, αυτό θα γίνεται κάθε φορά; ήρθε, περίμενε, περνάει, λίγο ακόμα, μηδενίζω, πέρασε, αυτό ήταν. Είναι δυνατόν; Δηλαδή σου λέει το μυαλό με τέτοια ακρίβεια: κάπνισε. θα καπνίσεις; άντε ήρθε η ώρα. θα καπνίσεις; Κοίτα επιμονή ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ.
Οι σκέψεις για τσιγάρο έρχονται
σαν τα κύματα, έχουν τον δικό τους ανεξάρτητο ρυθμό να σκάνε στην ακτή του
μυαλού σου & σου τρώνε το βράχο της υπομονής σου. Μόνο που αυτά τα κύματα
πρέπει να τα μεταφράσεις όπως ακριβώς είναι πραγματικά: ως «επιληπτικές»
εκρήξεις του συστήματος ανταμοιβής σου. Αν τις αντέξεις, το σύστημα
επαναπρογραμματίζεται, εκπαιδεύεται ξανά, εκ του μηδενός, στο να μη χρειάζεται
τη νικοτίνη για να επιβιώσει. Μαθαίνει να υψώνει άμυνα στην ψευδαίσθηση. Σε
καταρρακώνει, βέβαια, που συνειδητοποιείς ότι ζούσες μέσα σε αυτή τόσα χρόνια, που το γούσταρες που να πάρει ΤΟ Γ@ΜΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ αλλά κάθε φορά που δεν
καπνίζεις ενώ το θέλεις, σπας την εξάρτηση.
Λίγο τη φορά. Λίγο ακόμα.
Το πιστεύεις;
Έστω & λίγο;
Έχω επαναστατήσει.
Το ξέρω;
Είμαι μέσα στη μάχη.
Ήδη αρχίζω να αναγνωρίζω το
τέρας.
Έμαθα να βασίζομαι σ’ αυτό για
να νιώθω εντάξει.
Τώρα λέω Όχι.
Θα μάθω ξανά να νιώθω.
Είναι δύσκολο να πρέπει να μάθεις να μάχεσαι μόνος σου για να βρεις την ισορροπία χωρίς τη νικοτίνη. Την ίδια στιγμή που φέρεσαι να έχεις δύο μυαλά: ένα που θέλει να κρατήσει τη συνήθεια & ένα που ζητά ελευθερία. Το λειτουργικό σύστημα του εγκεφάλου είναι φτιαγμένο για να σε κρατάει «ζωντανό», όχι απαραίτητα ευτυχισμένο. Έχει λογική παλαιάς κοπής: «Ααα! αυτό το γεμιστό χάρτινο κυλινδράκι σου έδωσε ντοπαμίνη; τέλεια! μην το αλλάξεις ποτέ! το κρατάμε & το επαναλαμβάνουμε για πάντα μέχρι να φτύσεις αίμα -κυριολεκτικά μ@λάκα μου». Εκεί που το κακολογείς το μυαλό, όμως, ανασκευάζεις & βλέπεις καθαρά: δεν είναι κακό, έχει απλώς παρωχημένο software· ουσιαστικά, έχει μάθει να επιζητά την άμεση ανταμοιβή, άπαξ & την βιώσει· γουστάρει να βολεύεται, αποφεύγει να αγχώνεται & θα κάνει το παν για να μην εγκαταλείψεις την κακιά συνήθεια· θέλει να νιώθει ασφαλές· βλέπει την αποχή σου από το κάπνισμα ως απώλεια, όχι σαν «θεραπεία» του εαυτού σου.
Αν το καταλάβεις μπορείς να το ξεγυμνώσεις.
Φυσικά & θα σε γυροφέρνει το
τσιγάρο & θα σου φωνάζει & θα απαιτεί & θα σου σφυρίζει συνθηματικά
& προκλητικά & πονηρά όταν εσύ πας συνειδητά να το κόψεις. Παθαίνει
πανικό, δε θέλει να σε χάσει από θύμα. Αυτό μπορεί, αυτό κάνει. Αντιστέκεται. Κινείται, λοιπόν, επιδέξια για
να επιβιώνει, με το να σε δοκιμάζει. Έχει αναπτύξει τέτοιο αλφαδιασμένο μηχανισμό
αυτό-δικαιολόγησης & αυτό-συντήρησης που του επιτρέπει να σου προκαλεί αφόρητη
δυσφορία για να μην το εγκαταλείψεις. Αυτό ζεις ακριβώς τώρα. Το πιστεύεις;
Ζεις τον εθισμό που σπάει. Διδάσκεις στο μυαλό σου ότι δεν έχει ανάγκη το
τσιγάρο. Του διδάσκεις να μη φοβάται. Όπως είχε πει & ένας σοφός:
«Μάθαμε να μη φοβόμαστε το
φόβο που μας προκαλεί ο φόβος ποτέ πια.»
(Squarepants, Spongebob; S11E05)
Κατάλαβες λίγο, λοιπόν;
Είδες που αν το καταλάβεις μπορείς να το ξεγυμνώσεις;
Κατ’ αρχάς & μόνο ότι το
διαπραγματεύεσαι μέσα σου, αυτό δείχνει ότι αποστασιοποιείσαι. Το γεγονός ότι
κάθεσαι & το παρατηρείς, ότι κάνεις διάλογο, αυτό & μόνο είναι το πρώτο
βήμα της απελευθέρωσης.
Ποτέ μην αισθανθείς ότι υπερβάλλεις όταν κάτι το βιώνεις για πρώτη φορά. Μέχρι τώρα δεν συνειδητοποιούσες ότι οι αισθήσεις σου ήταν μαγκωμένες. Τώρα ανακαλύπτεις ότι οι ανάσες σου εν ηρεμία μπορούν να έχουν μικρότερη συχνότητα από πριν. Τώρα ανακαλύπτεις την πραγματική μυρωδιά του ασανσέρ στην οικοδομή του σπιτιού σου, την αληθινή γεύση εκείνης της καραμέλας για το λαιμό, τη γεύση του νερού, την αληθινή αίσθηση της αναμονής χωρίς να έχεις αυτό το διάολο στο στόμα σου. Επίσης ανακαλύπτεις ένα περίεργο καινούργιο τύπο πονοκεφάλου -είναι λένε σύνηθες χαρακτηριστικό οι πονοκέφαλοι- θα είναι άραγε στο εξής έτσι η αίσθηση του πόνου; Τόσο άμεση, διαυγής; Σε αυτή τη μάχη θα μάθεις ακόμα & ότι δεν είσαι αδύναμος. Είσαι άνθρωπος που βρέθηκε στο κέντρο ενός εξαιρετικά οργανωμένου νευροχημικού μηχανισμού εξαπάτησης, τον οποίο ο εγκέφαλός σου έμαθε να θεωρεί «φυσιολογικό».
Βλέπεις τι μάχη δίνεις;
Οπότε, μη μου το ωραιοποιείς.
Πες το ωμά:
Αυτό το γ@μοδιάστημα, το γ@μομυαλουδάκι που σου'χει απομείνει έχει συνηθίσει ότι νικοτίνη ίσον ανακούφιση. Αυτό ξέρει, αυτό εμπιστεύεται. Όταν εσύ πας & του τηνε κόφτεις, βαρά συναγερμό, λέει: ώπα;! κάτι λείπει! πού'ντο; δώσ'το τώρα! ακόμα; άντε! Για να αντέξεις το γ@μονευρόσπασμα, προσπαθείς να ξεχαστείς αλλά εκείνο επιμένει. Μετά, όταν βλέπει ότι αποτυγχάνει, χτυπάει στο φιλότιμο, λέει: έλα σιγά, ένα μόνο δεν πειράζει, αξίζει να ζορίζεσαι τόσο πολύ αφού δεν αντέχεις; Βλέπεις τι μπαγαποντιές πάει & σκαρφίζεται το γ@μήδι; Σου λέει, κάτσε να σε τσιγκλίσω λίγο, να δω τι κότσια έχεις, αφού δε βλέπω να υποτάσσεσαι όπως πριν. Είναι σα να σε τιμωρεί που δεν το υπακούς. Το παράξενο κλειδί της υπόθεσης; Το τσιγάρο δε σε χαλάρωνε πραγματικά· απλώς σου έσβηνε τα συμπτώματα στέρησης που το ίδιο δημιούργησε νωρίτερα! Κουλό έτσι; Σα να ρίχνεις νερά στο δάπεδο, να τα μαζεύεις με τη σφουγγαρίστρα & μετά, αντί να τα αδειάζεις με τον κουβά στο σιφώνι, να στύβεις τη σφουγγαρίστρα στο πάτωμα για να τα ξανα-μανα-σφουγγαρίσεις. Σαν ένα αιώνιο εκούσιο μαρτύριο.
Η πορεία του φαύλου κύκλου του εθισμού: ξεκινάς να καπνίζεις, παίρνεις νικοτίνη, ο εγκέφαλος «ηρεμεί» (θα έλεγα υπνωτίζεται) γιατί του έδωσες αυτό που του λείπει. Περνάνε λίγες ώρες, τα επίπεδα νικοτίνης μειώνονται, αρχίζει να σε τσιγκλάει με άγχος, έλλειψη συγκέντρωσης, εκνευρισμό ή υποτονικότητα. Καπνίζεις ξανά, «στανιάρεις» & ανακουφίζεσαι προ-σω-ρι-νά! Γιατί στην πραγματικότητα, όταν αίρεις το στερητικό σύνδρομο μέσω του τσιγάρου, γιγαντώνεις τον εθισμό & το ίδιο το στερητικό σύνδρομο γίνεται έπειτα εντονότερο. Δηλαδή, δεν καπνίζεις για να νιώσεις καλύτερα, αλλά για να σταματήσεις να νιώθεις χάλια από τη στέρηση νικοτίνης. Τι δεν καταλαβαίνεις; Πιο εθισμός πεθαίνεις!
Μικρή Αλήθεια no. 1:
Αυτά τα 3λεπτα, τα «ήρθε», «περνάει»,
«λίγο ακόμα», «πέρασε», «λίγο ακόμα», «έφυγε», ήταν το πιο δυνατό που έχω ζήσει
σε αυτήν τη διαδικασία. Θα μείνει ανεξίτηλη αυτή η προσπάθεια. Συν το να έχεις
χειρόγραφα που περιλαμβάνουν «..πρόσβαση σε αρχεία κανονισμών ασφάλειας
εργαζομένων θέλω τσιγάρο οκ μου έφυγε, λίγο ακόμα, περνάει, ουφ, τέλος,
περιλαμβάνει τους απαγωγούς για το τμήμα συντήρησης του παλαιού κτιρίου, θέλω τσιγάρο,
πάλι γ@μώ, φεύγει, έφυγε» νομίζω πως, μετά από κάποια χρόνια, εκτός από
αδιάσειστες αποδείξεις της προσπάθειάς σου, θα το βρίσκεις λίγο αστείο. Which kinda is.
Μικρή Αλήθεια no. 2:
Κανείς δεν κόβει το κάπνισμα
επειδή «πρέπει». Οι άνθρωποι το κόβουν, όταν
καταλάβουν ότι δεν υπάρχει αληθινός λόγος για να το υπερασπίζονται. Όταν δεις το μυαλό σου να αμύνεται σε αυτό που του υπαγορεύεις, τότε ξέρεις ότι η εξάρτηση αρχίζει να χάνει έδαφος.
Μικρή Αλήθεια no. 3:
Σε όλο το κείμενο, μέχρι να
δημοσιευτεί, υπήρχαν διάσπαρτες οι λέξεις «θέλω τσιγάρο» αλλά αφαιρέθηκαν για
λόγους οικονομίας χώρου & ευληψίας του νοήματος συνολικά. Φυσικά, θα μου πείτε, σιγά, ποσώς θα μετρούσε η
επανάληψη μιας φρασούλας δύο λέξεων μες στο 2χίλιαρο σε λέξεις σεντόνι, αλλά,
πιστέψτε με, δε μιλάμε για ανεπαίσθητο αριθμό επαναλήψεων.
Μικρή Αλήθεια no. 4:
Δυστυχώς, ήθελα το τσιγάρο για να σκεφτώ. & όταν σκεφτόμουν κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να παίξω μουσική. & όταν έπαιζα κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να μην πεινάω. & όταν πεινούσα κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να χωνέψω. & όταν είχα σκάσει κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να παρηγορηθώ. & όταν λυπόμουν κάπνιζα.
Ήθελα το τσιγάρο για να χαρώ. & όταν χαιρόμουν κάπνιζα.
Εμείς πάμε τώρα να σπάσουμε αυτόν τον αλγόριθμο.






