Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Αujourd'hui. Ηier. Τoujours.


-Pssst... Don't you want to know more..?!
-You.. you saw her, didn't you?
-Yeah, we saw her. She slid us into the pocket of her blouse... against her breast!
-And... and.. is she pretty?
-Umm.. not bad.. Beautiful. No, just pretty! No... beautiful.
-What does she want from me?
-She's broke and she wants a reward for giving the album back. Or, maybe she collects ID pictures too. That's it. And since she's already got us, she wants to swap us for a one-eyed bloke with a moustache!
-....?!
-Of course not you git. She's in love.
-But... but..... I don't even know her!
-Of course you do. You do know her.
-How long for?
-A long time ago...... Forever.... in your dreams.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Σύμβαση αγυρίστου χρόνου

Σε τσιμεντένιες πόλεις συμβαίνει το οξύμωρο να'ναι πυκνοκατοικημένες κι όμως να μοιάζουν εξίσου ακατοίκητες: δεν ξέρεις ποιος ζει -και ποιος πεθαίνει- δίπλα σου. Τον περασμένο χρόνο ξενοίκιασα από ένα διαμέρισμα σε μια προ πενηντακονταετίας χτισμένη οικογενειακή πολυκατοικία. Οι φθορές της έμελλαν να γίνουν και δικές μου. Σαν τώρα θυμάμαι την τελευταία φορά που ανέβαινα με μαύρη καρδιά τα σκαλοπάτια για να παραδώσω τα κλειδιά στον ιδιοκτήτη. Και πώς μετά γύρισα πίσω να κοιτάξω το άδειο πια μπαλκόνι μου. Ήσυχη γειτονιά, όπου, όπως είναι σύνηθες στις πόλεις, δεν ξέρεις τους κατοίκους στα γύρω σπίτια. Αλλά ποτέ δε γνώρισα και τη διπλανή γειτόνισσα. Ήξερα μόνο ότι τη φρόντιζε η Λουΐζα, που με ρωτούσε πάντα όταν με έβλεπε, όλο χαμόγελο και με τα σπαστά Ελληνικά της: «Τι κάνει το παλικάρι;» Μηδέν ηχομόνωση βλέπεις όταν χτίζανε πριν μισό αιώνα.
   Η πραγματική όμως ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ποτέ δεν έβγαινε απ'το σπίτι -συμπεραίνει κανείς ότι τα χρόνια την είχαν καθηλώσει στο κρεβάτι. Ώσπου μετά από μήνες όταν βρέθηκα στη γειτονιά, πέρασα από 'κει για να παραλάβω κάποια γράμματα συνδρομής. Γύρεψα τη Σ. που την ήξερα καλά για να τη χαιρετήσω.
-Ακόμα ξενοίκιαστο ε;
-Και δεν είναι μόνο αυτό.
-Μη μου πεις..
-Ναι, μας άφησε η γιαγιά. Γι'αυτό έφυγε και η γυναίκα.

Αυτό το συναίσθημα που σε διακατέχει
όταν πεθαίνει κάποιος δίπλα σου,
που δεν τον ήξερες προσωπικά,
σου αφήνει ένα παράξενο κενό.

Και η συνέχεια της ιστορίας μεταφέρεται στο τωρινό διαμέρισμα. Κατά σύμπτωση, η πολυκατοικία ομοίως οικογενειακή, με μία κατάκοιτη γιαγιάκα στο ισόγειο, να την φροντίζει μία γυναίκα με εξίσου σπαστή προφορά -θραύση κάνουν οι αλλοδαπές σε τέτοιες δουλειές, που κατά κάποιον τρόπο τις λες και σύμβαση αγυρίστου χρόνου, όχι αορίστου, γιατί σταματάνε όταν η γιαγιά πάει στον αγύριστο -τραγικό μα αληθές. Κατά δεύτερη σύμπτωση, ονομάζεται κι αυτή Λουΐζα -πρέπει να'ναι το αντίστοιχο δικό μας Μαρία, δε θέλω να το ερμηνεύσω διαφορετικά γιατί θα τρομοκρατηθώ. Θα τραγουδήσω απλώς «Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν.»
   Απ' τις αρχές ακόμα με είχε προσκαλέσει ένα πρωί στο σπίτι, με κέρασε ένα παραδοσιακό γλυκό της χώρας της και επιτέλους, γνώρισα την κυρα Μαρία (αυτή τη φορά, ναι! πρόλαβα και τη γνώρισα). Η έκφρασή της θύμιζε τις φιγούρες απ'το Triplettes de Belleville, μα περισσότερο τον γεράκο στο Magasin des suicides, που περίμενε ανάσκελα στο κρεβάτι την παραγγελία του. Έτρωγε τα πάντα περασμένα απ'το μπλέντερ κι η ομιλία της είχε διαταραχτεί οπότε έβγαζε μονάχα πού και πού άναρθρες βραχνές κραυγές. Την χάιδεψα απαλά, μιας και έδειχνε τόσο εύθραυστη κι εκείνη έκλεισε τα μάτια και χαμογέλασε.
Tout est là, monsieur Calmel
   Η Λουΐζα no.2 με φίλεψε κι άλλο κομμάτι γλυκού και επέμεινε να πηγαίνω όποτε θέλω να τις κρατάω παρέα. Πράγμα, όμως, που ποτέ δεν έτυχε, μιας και τη συναντάω στη χάση και στη φέξη (κυριολεκτικά), που δεν είναι άλλο απ'τις ώρες που έρχομαι και φεύγω. Μία απ'αυτές τις ώρες λοιπόν, μένω άναυδη στην όψη ενός χαρτιού έξω απ'την είσοδο. «Κηδεύουμε αύριο την πολυαγαπημένη μας μητέρα, γιαγιά και προγιαγιά...». Το διαβάζω ξανά και ξανά με γουρλωμένα μάτια. Δεν είναι δυνατόν! Συνήλθα μόνο όταν με μανία πλέον με τραβούσε το κουτάβι να κάνουμε αυτό για το οποίο βγήκαμε έξω. Αυτό ήταν. Έφυγε πλήρης ημερών, ήρεμη και ατάραχη. Τη φέρνω στη μνήμη μου και ζωγραφίζονται μπροστά μου οι ρυτίδες του μελλοθάνατου monsieur Calmel στο ημίφως του ρετιρέ της άδειας πολυκατοικίας. Στον χρόνο απάνω αδειάζει λοιπόν και το διαμέρισμα. Κι αυτό το διαμέρισμα.

Όπου πάω μια γιαγιά πεθαίνει.

*Στον επικήδειο της λειτουργίας αναφέρθηκε ότι ήταν μία εκ των γηραιότερων κατοίκων του δήμου, ενώ ήταν φανερό πόσοι την ήξεραν και την αγαπούσαν απ'την αθρόα προσέλευση.


"Tout le jour, mon cœur bat, chavire et chancelle
C'est l'amour qui vient avec je ne sais quoi"


Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Ξέρεις τι φταίει;

Δεύτερο συνεχόμενο εικοσιτετράωρο και τα βλέφαρα δε λένε να σου κάνουν τη χάρη να κλείσουν. Ψάχνουν τις άκρες του κομοδίνου, της ντουλάπας, της ουράς του σκύλου σου. Στέλνεις μήνυμα στην κολλητή -ξέρει όλα τα εντός εκτός κι επί τα αυτά- της οποίας το ωράριο ύπνου/ξύπνιου ήταν ελαφρώς (έως πλήρως) ανεστραμμένο σε μη εξεταστικές περιόδους, επομένως είσαι κατά μεγάλο ποσοστό βέβαιη ότι θα λάβεις άμεσα μία απάντηση. Πρόκειται για την αληθινή απάντηση, την οποία ήξερες αλλά, ελέῳ ώρας & διάθεσης, δεν την έβγαζες από μέσα σου -τι πράμα κι αυτό, να κρατάμε τη σιγουριά μέσα μας αλλά να παριστάνουμε πως αγνοούμε την ύπαρξή της λες κι είναι η τελευταία μπουκιά της ντροπής στην πιατέλα του εγωισμού. Μια μικρή απάντηση βαλμένη σε μία σύντομη συζήτηση.

-Αυτός που είδαμε σήμερα στην αφίσα, αν έκρυβες απ'τη μύτη και κάτω, δεν του έμοιαζε υπερβολικά πολύ; Είναι απλώς ιδέα μου; Μήπως μου λείπει; Δεν είναι δυνατόν... Πες μου γιατί θα τρελαθώ
-Τώρα που μου το είπες το διαπίστωσα. Όντως του φέρνει.. Σου λείπει;
-Άρααα δεν είναι ιδέα μου.... Άααααααρα: του μοιάζει!! άρα, συμπεραίνουμε με μαθηματική ακρίβεια ότι δε μου λείπει. ...Εεε; Σωστά;;;
-Εεε.... εεεμ... Ναι.... Αλλά μόνο όταν μου το είπες το κατάλαβα. Πιο πριν δε θα πήγαινε το μυαλό μου! Άρααααα.. η αλήθεια είναι κάπου... στη μέση.;;
-«Η αλήθεια είναι ότι: Η αλήθεια είναι» Πολύ βασικό θεώρημα.. Οκ πέραν της πλάκας, δεν ξέρω αν μου λείπει αυτός συγκεκριμένα ή αυτό που είχαμε..

Όταν νιώθεις μόνος σου όλα σου λείπουν..
Μια αγκαλιά, ένας έρωτας, ένα γαλακτομπούρεκο..

-Μια σοκολατόπιτα στην ανάγκη! αλλά τέτοια ώρα πού να βρεις ζαχαροπλαστείο...
-Βρε κι ολόκληρο το εργοστάσιο σοκολάτας με τον Johnny Depp μαζί, αστειεύεσαι;
-Αααχ σταμάτα σατανά!!!!
    
Ίσως επί της ουσίας να δίνεται από μόνη της η απάντηση κι όχι από τον εκάστοτε συνομιλητή. Εν πάσει περιπτώσει, το μόνο σίγουρο ήταν ότι χρειαζόσουν απλώς μια ελαφριά συνομιλία, έως και ανώριμη.
Έλα παραδέξου το, πολλές φορές μόνο σε ανάρμοστες κουβέντες βρίσκεις την κρυμμένη αλήθεια σου.
 Κάπου εκεί μέσα στα χυδαία υποννοούμενα περιέχονταν η μικρή τονωτική επιβεβαίωση, που θα σου εξασφάλιζε τον αποψινό ύπνο και ίσως να σ' έφερνε λίγο πιο κοντά στην έξοδο του λαβυρίνθου των συναισθημάτων. Κανείς δε σ' ανάγκασε να μπεις εκεί, κανείς δε σε ωθεί να βγεις. Νομίζεις πως αν δραπετεύεσεις δε θα ξανασυναντήσεις τέτοιους λαβυρίνθους; Ε λοιπόν, όχι μόνο θα μπεις σε καινούργιους και πιο πολύπλοκους, αλλά επιπλέον θα έχεις και λεπτότερο μίτο στη διάθεσή σου -κρίση βλέπεις, η Αριάδνη δεν αγοράζει πλέον καλής ποιότητας κλωστή παρά εκείνες της κακιάς ώρας που δεν κρατούν ούτε στο πρώτο πλύσιμο. Πραγματικά όμως, οι κλωστές φταίνε που τα ρούχα ξηλώνονται κάθε τόσο.
Όχι δεν πάχυνα. Οι κλωστές φταίνε.
   Λεπτός μίτος στο λαβύρινθό σου, λοιπόν. Οπότε, μη νομίζεις ότι η εμπειρία σου μετριέται με το πάχος της κλωστής. Η κλωστή κόβεται ανά πάσα στιγμή και χάνεις την άκρη της. Η πραγματική εμπειρία είναι όλα όσα έχεις κρατήσει μέσα στο κεφάλι σου. Κι αυτά δεν κόβονται έτσι απλά, εκτός αν τα νήματα του εγκεφάλου σου είναι κι αυτά κακής ποιότητας. Στην τελική, άσε τις κλωστές και τα κουβάρια για όσους θέλουν να παιδεύονται. Κοιμήσου. Κι οι απαντήσεις θα 'ρθούν στην ώρα τους.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Πάψε πια


-Πότε θα σταματήσει να βρέχει;
-Όταν αρχίσεις να ακούς τον ήχο των αχτίδων του μυαλού σου.

Είναι αμέτρητες κι αν δεις μονάχα έστω μια απ' αυτές θα τυφλωθείς τόσο απότομα που το σκοτάδι που θαρρούσες πως έβλεπες τόσον καιρό θα σου φανεί καταιγίδα φωτός.
Τα κύματα της νιότης τραβούν βαθιά τις ρίζες του παρελθόντος
να τραφούν με τη σοφία του μυαλού σου.
Αναδύεται η εναγώνια προσπάθειά σου να στραφείς στο έσω σου και στη μοναχικότητα -όχι τη μοναξιά, όχι αυτή τη θλιβερή και άσπονδη μοναξιά, παρά εκείνη την ήρεμη και δημιουργική μοναχική παρέα που μόνο εσύ μπορείς και ξέρεις να κρατάς στον εαυτό σου.
Τότε που ξηλώνονται όλοι αρμοί του πέτρινου σύμπαντος
της κούρασης και της απρόσωπης ρουτίνας,
όλα τ' ανάρμοστα χωρούν και σε γλυκαίνουν.


Κι άμα ποτέ σου βγάλεις το πέπλο της βροχής και της ματαιότητας, αυτής που σε τεντώνει να υψωθείς πάνω απ' τη στάθμη που σε πνίγει, τότε όλα τριγύρω σου θα λάμψουν -και τα κακά και τα καλά- πύρινα φώτα θ' ανάψουν, λες και γιορτή στήθηκε μπροστά στα μάτια σου, πρόχειρα, αληθινά, ανέμελα.
Μία-μία οι αχτίδες θα σε ζεσταίνουν
και θα αισθανθείς τον όγκο τους μέσα σου,
θα σε τυλίγει η μορφή τους ακέραια και διαπεραστική,
ασήμι αμόνι και σφυρί,
θα σου λειαίνει και θα σου στιλβώνει την ψυχή,
θα σ' υγιαίνει.

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Γενέθλια

1:23pm -Καλημέρα! Είδα κάτι ευχές προς εσένα στο news feed. Έχεις γενέθλια;
1:48pm -Ξέρω 'γω, δεν το θυμάμαι αλλά για να το λένε μάλλον σήμερα γεννήθηκα.
1:53pm -Χαχα! Χρόνια πολλά και καλά!! Χρόνια Πολλά κάθε μέρα!
1:56pm -Κάθε μέρα, όλη μέρα, όχι μόνο σήμερα.
1:58pm -Χαχα κι εγώ τα ίδια λέω. Δεν μ' αρέσουν οι ευχές στα γενέθλια.
Chat Conversation End

Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, απομυθοποιείται -ολικώς ή μερικώς- η έννοια των γενεθλίων, ανεξαρτήτως ηλικίας ή φύλου -μην πάει ο νους σας μόνο στις γυναίκες, δεν αναφέρομαι στο κρύψε-χρόνια τρικ: «μετά τα -άντα δε γιορτάζουν χρυσή μου τα γενέθλια».
Αν το πάρουμε αντικειμενικά, πόθεν πώς να γιορτάζω ένα συμβάν που δεν θυμάμαι; Θα μου πεις, και την επέτειο του Πολυτεχνείου τη γιορτάζεις με νταβαντούρια ενώ δεν την έζησες -για να μην πω για την επέτειο του '40 κ.λπ.. Εντάξει, πολύ αντικειμενικά το πήρα και νομίζω δε μας κάνει αυτή η προσέγγιση. Ας το πάρω αλλιώς λοιπόν.
Το ζήτημα του να μην πανηγυρίζω «μετά...γλυκών και λαμπάδων» τη γενέθλια ημέρα -που μου έχει δώσει αν μη τι άλλο και ένα ζώδιο και έναν ωροσκόπο και έναν αστρολογικό χάρτη και δεν ξέρω ‘γω τι άλλο ακόμα- το υποστηρίζω ακριβώς επειδή μπορώ και γουστάρω να γιορτάζω τη ζωή κάθε μέρα & οποιαδήποτε στιγμή. Η θεωρία είναι κάθε άλλο παρά επιφανειακή. Και εξηγούμαι. Τη στιγμή που κουράζεσαι και πασχίζεις να βγάλεις τα προς το ζην, βρίσκω ανούσιο & κενό να παριστάνεις τον χαμογελαστό εορτάζοντα μία μέρα του χρόνου για μερικές ώρες επειδή "έτσι είθισται" ή "τιμής ένεκεν". Κυρίες μαμάδες και κύριοι μπαμπάδες, νομίζω πως αν κάποιος έπρεπε να γιορτάζει είστε εσείς, που καταφέρατε και φέρατε στον κόσμο ένα νέο πλάσμα.
Να γιορτάζετε που αναθρέψατε ένα παιδί.
Αν δεν δημιουργήσατε ενήλικα μην γιορτάζετε, έχετε αποτύχει.
(τροποπ. Robert James Waller, The bridges of Madison County)

Και σκεφτείτε και το εξής. Κάποτε το γεγονός των γενεθλίων δεν γιοταζόταν καν. Κι όταν λέμε κάποτε δεν εννοούμε το χρυσό αιώνα του Περικλέους, μιλάμε για 50 χρόνια πριν. Ούτε δώρα ούτε τούρτες με κεράκια. Φερ’ ειπείν, ο παππούς μου δε γνωρίζει ακριβώς πότε γενήθηκε. «Το μόνο που ξέραμε είναι ότι ‘οι ροδιές ήταν φορτωμένες’ -έτσι είχε πει η μάνα μου». Γι’αυτό διάλεξε να δηλώσει στην ταυτότητά του μία μέρα του Οκτώβρη, έτσι για τα τυπικά. Γιορτάζονταν μόνο η ονομαστική εορτή και αυτό λόγω θρησκείας και αγίων -που και το ίδιο το όνομα με θρησκευτική τελετή το παίρνουμε. Προστέθηκε επομένως μία ακόμα γιορτή, μία ακόμα αφορμή για ψώνια και αγορές, όπως έχει επισφραγιστεί με δώρα και η Γιορτή της Μητέρας και η Γιορτή των Ερωτευμένων.*
Εν κατακλείδι, η ενέργεια και η σημασία που δίνουμε στην κάθε μέρα εξαρτάται από εμάς τους ίδιους. Δεν πρόκειται για ματαιωτική και απαξιωτική σκέψη. Τουναντίον, τιμάς ρεαλιστικά, με ελεύθερη βούληση, χωρίς κοινωνικά «πρέπει» και ηθικά «επιβάλλεται» την ημέρα που διάλεξες να βγεις από τη μήτρα της μητρός σου. Δεν τη θυμάσαι αυτή την ημέρα αλλά τη θυμούνται οι δικοί σου άνθρωποι. Να ξέρεις όμως ότι αν θυμάσαι να γιορτάζεις την ύπαρξή σου καθημερινά, τότε άνθρωπέ μου, θα ‘χεις κάθε μέρα γενέθλια. Αν μάλιστα σε θυμούνται και σε αγαπούν αυτοί που έχεις κοντά σου, τότε θα ζεις μια γιορτή σε όλο της το φόρτε, που ούτε πυροτεχνήματα, ούτε δώρα αξίας ούτε τούρτες με σαντιγύ δεν την ξεπερνούν. (‘Νταξ’ για το τελευταίο μην παίρνεις κι όρκο.)



*Θα ‘θελα να ‘ξερα, στη γιορτή του αυγού (Παγκόσμια Ημέρα Αυγού, 2η Παρασκευή του Οκτώβρη), πώς εύχονται; Κάνουν δώρο αυγά; Σοκολατένια όπως το Πάσχα; Ή τα παίρνουν έτοιμα από καρτέλα κι επειδή είναι κινητή εορτή τα πετούν ο ένας στον άλλον; Ωμά ή βραστά για σασπένς.